ΚΟΝΙΤΣΑ…Ο Γέρων Παΐσιος…ο ΑΓΙΟΣ…

Ο βίος του.

 

Παιδική ηλικία

Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.

Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.

Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.

Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρονακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέρωντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Οι ασθένειες του Γέροντα

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά ο Γέροντας Παΐσιος «κοιμήθηκε» την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Πνευματική Παρακαταθήκη του Γέροντα Παΐσιου

Γενικά

Ο Γέρων Παΐσιος ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, ο οποίος πίστευε στο λόγο του Ευαγγελίου, κάνοντας τρόπο ζωής τον μοναστικό βίο και τις διδαχές της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης. Οι εγκύκλιες γνώσεις του περιορίζονταν στο επίπεδο του δημοτικού. Παρ’ όλα αυτά ξεχώριζε για την «χαριτωμένη» απλότητά του και την έντονη αγωνία που τον διακατείχε για την βοήθεια των συνανθρώπων του, που αναζητούσαν ένα πνευματικό καθοδηγητή. Ο ίδιος αποτελούσε παράδειγμα ανθρώπου αφιερωμένου στον Θεό, αφαιρώντας τις προσωπικές επιδίωξεις και τα προσωπικά θελήματα. Η υπακοή, η άσκηση, η ταπείνωση, η ευσέβεια, το φιλότιμο και πάνω από όλα η αγάπη και η μακροθυμία, αποτελούσαν τρόπο ζωής για τον ίδιο, αλλά και διδαχές για όσους αποζητούσαν ένα λόγο παρηγοριάς ή κάποια επίλυση προσωπικού προβλήματος.

Διδαχές

Λογισμοί. Μεγάλο βάρος έδινε στον λογισμό ο Γέροντας. Πάντα ανέφερε ότι όλα ξεκινούν από τους καλούς λογισμούς, οι οποίοι αποδιώκουν τους κακούς. Να σκέπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η ισχυρογνωμοσύνη. Μάλιστα ανέφερε να μην εμπιστευόμαστε και τους δικούς μας λογισμούς και να δίνουμε χώρο στο θέλημα του Θεού, γιατί όποιος κάνει κάτι τέτοιο βγαίνει πάντα κερδισμένος.

Φιλότιμο. Ο Γέροντας διαρκώς ανέφερε οτι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν και αρχοντική αγάπη. «Ό,τι προσφέρουμε ή κάνουμε», έλεγε «πρέπει να γίνεται φιλότιμα και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε από φόβο αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο».

Θεία Δικαιοσύνη. Ανέφερε διαρκώς πως αν ο άνθρωπος θέλει να ομοιάσει στους Αγίους πρέπει να εφαρμόζει την Θεία δικαιοσύνη και όχι την ανθρώπινη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη κατά τον Γέροντα είναι τυφλή και υπάρχει για να αποτρέπει τους κακούς και πονηρούς ανθρώπους. Η Θεία δικαιοσύνη όμως στοχεύει να εξυπερετεί τον αδύναμο άνθρωπο και αυτούς που έχουν ανάγκη. Όταν εφαρμόζουμε την Θεϊκή δικαιοσύνη τότε αποφεύγουμε τις έριδες, τις κατακρίσεις και τις διαφορές με τους συνανθρώπους μας.

Θεία Πρόνοια. Η Θεία πρόνοια είναι ανεξιχνίαστη και ανεξερεύνητη, στοχεύει στη σωτηρία του ανθρώπου και την αιώνια ζωή. Επεσήμανε πως δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα « βιοτικά » πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε, πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε Αυτόν και να προσευχόμαστε. Όταν συμβαίνει κάτι άσχημο σε κάποιον είναι παραχώρηση από το Θεό και όχι σταλμένο απο αυτόν, έτσι ώστε να εκπαιδεύσει του ανθρώπους ένεκα της οικονομίας Του.

Ταπείνωση. Η ταπείνωση για το γέροντα ήταν το θεμελιώδες στοιχείο της σωτηρίας του ανθρώπου και γενικότερα το στοιχείο το οποίο επιφέρει τις καλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέφερε μάλιστα οτι ο Θεός «αδυνατεί» να βοηθήσει όταν ο άνθρωπος δεν ταπεινώνεται και προσπαθεί τότε με κάθε τρόπο να επιφέρει την ταπείνωση, μέσω των παθών. Χωρίς ταπείνωση, συνέχιζε, δεν επέρχεται η Θεία Χάρις, κλείνουμε την καρδιά μας από το Χριστό και ό,τι αρχικά «κερδίζουμε» γρήγορα το ξαναχάνουμε.

Υπακοή. Η πλήρης υπακοή, σύμφωνα με το γέροντα επιφέρει την ταπείνωση που είναι η αρχή όλων των καλών. «Να υπακούμε και όταν αδικούμαστε, γιατί ο Θεός ανταποδίδει την υπομονή στην αδικία» συχνά έλεγε. «Σήμερα όλοι είναι ανυπόμονοι, οι υπομονετικοί όμως σύμφωνα με το Χριστό θα κερδίσουν την βασιλεία των ουρανών», κατέληγε.

Προφητείες. Ο Γέροντας πραγματοποίησε και αρκετές προφητείες. Δυστυχώς όμως πολλοί καπηλεύτηκαν τις διδαχές του γέροντος, λέγοντας πολλά πράγματα, είτε για ίδιον ώφελος, είτε για εθνικά φρονήματα, που ο ίδιος ποτέ δεν ενέφερε, κάτι που τον λυπούσε ενώ ήταν ήδη εν ζωή. Οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν τα τεκταινόμενα που έχουν να κάνουν με την Κωνσταντινούπολη, επεξηγήσεις πάνω στις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού αλλά και περί Αντιχρίστου.

Biography

On July 25, Arsenios Eznepidis was born in Farasa, Cappadocia, shortly before the population exchange between Greece and Turkey. Arsenios’ name was given to him by St Arsenios the Cappadocian, who baptised him, named the child for himself and foretold Arsenios’ monastic future. After the exchange, the Eznepidis family settled in Konitsa, Epirus. Arsenios grew up here, and after intermediate public school, he learned carpentry.

During the civil war in Greece, Arsenios served as a radio operator. He worried about his compatriots who had family, whereas he didn’t worry for himself because he was single and had no children. He was noted for his bravery, self-sacrifice and moral righteousness. After the civil war ended, he wanted to begin the monastic life, but had to provide for his sisters. In 1950, this was accomplished, and he went to Mt Athos: first to Fr Kyril, the future abbot of Koutloumousiou Monastery (Athos), and then to Esphigmenou Monastery (although he was not supportive of their later opposition to the Ecumenical Patriarchate).

Arsenios, having been a novice for four years, was tonsured a monk and was given the name Averkios. Soon after, Fr Averkios went to the (then) idiorrhythmic brotherhood of Philotheou, where his uncle was a monk. While there, he was in obedience to Elder Symeon. In 1956, Elder Symeon was to tonsure Fr Averkios to the small schema, giving him the name Paisios.
Early life

On July 25, 1924 the future Elder Paisios (Eznepidis) was born to pious parents in the town of Farasa, Cappadocia of Asia Minor. The family’s spiritual father, the priest monk Arsenios (the now canonized St. Arsenios of Cappadocia), baptized the babe with his name, prophesying his future profession as monk. A week after the baptism (and barely a month after his birth) Arsenios was driven, along with his family, out of Asia Minor by the Turks. St. Arsenios guided his flock along their 400-mile trek to Greece. After a number of stops along the way, Arsenios’ family finally ended up in the town of Konitsa in Epiros (northwestern Greece). St. Arsenios had reposed, as he had prophesied, forty days after their establishment in Greece, and he left as his spiritual heir the infant Arsenios.

The young Arsenios was wholly given over to God and spent his free time in the silence of nature, where he would pray for hours on end. Having completed his elementary education, he learned the trade of carpentry. He worked as a carpenter until his mandatory military service. He served in the Army during the dangerous days of the end of World War II. Arsenios was brave and self-sacrificing, always desiring to put his own life at risk so as to spare his brother. He was particularly concerned about his fellow soldiers who had left wives and children to serve.

Having completed his obligation to his country, Arsenios received his discharge in 1949 and greatly desired to begin his monastic life on the Holy Mountain. Before being able to settle there, however, he had to fulfil his responsibility to his family, to look after his sisters, who were as yet unmarried. Having provided for his sisters’ future, he was free to begin his monastic vocation with a clean conscience. He arrived on Mt. Athos in 1950, when he learned his first lessons in the monastic way from the virtuous ascetic Fr. Kyril (the future abbot of Koutloumousiou Monastery), but was unable to stay by his side as he had hoped, and so was sent to the Monastery of Esphigmenou. He was a novice there for four years, after which he was tonsured a monk in 1954 with the name Averkios. He was a conscientious monk, finding ways to both complete his obediences (which required contact with others) and to preserve his silence, so as to progress in the art of prayer. He was always selfless in helping his brethren, unwilling to rest while others worked (though he may have already completed his own obediences), as he loved his brothers greatly and without distinction. In addition to his ascetic struggles and the common life in the monastery, he was spiritually enriched through the reading of soul-profiting books. In particular, he read the lives of the Saints, the Gerontikon, and especially the Ascetical Homilies of St. Isaac the Syrian.
Monastic Life

Soon after his tonsure, monk Averkios left Esphigmenou and joined the (then) idiorhythmic brotherhood of Philotheou Monastery, where his uncle was a monk. He put himself under obedience to the virtuous Elder Symeon, who gave him the Small Schema in 1956, with the new name Paisios. Fr. Paisios dwelt deeply on the thought that his own spiritual failures and lack of love were the cause of his neighbor’s shortcomings, as well as of the world’s ills. He harshly accused himself, pushing himself to greater self-denial and more fervent prayer for his soul and for the whole world. Furthermore, he cultivated the habit of always seeking the «good reason» for a potentially scandalous event and for people’s actions, and in this way he preserved himself from judging others. For example, pilgrims to Mt. Athos had been scandalized by the strange behavior and stories told by a certain monk, and, when they met Elder Paisios, they asked him what was wrong with the monk. He warned them not to judge others, and that this monk was actually virtuous and was simply pretending to be a fool when visitors would come, so as to preserve his silence.

In 1958 Elder Paisios was asked to spend some time in and around his home village so as to support the faithful against the proselytism of Protestant groups. He greatly encouraged the faithful there, helping many people. Afterwards, in 1962, he left to visit Sinai where he stayed for two years. During this time he became beloved of the Bedouins who benefited both spiritually as well as materially from his presence. The Elder used the money he received from the sale of his carved wooden handicraft to buy them food.

On his return to Mt. Athos in 1964 Elder Paisios took up residence at the Skete of Iviron before moving to Katounakia at the southernmost tip of Mt. Athos for a short stay in the desert there. The Elder’s failing health may have been part of the reason for his departure from the desert. In 1966, he was operated on and had part of his lungs removed. It was during this time of hospitalization that his long friendship with the then young sisterhood of St. John the Theologian in Souroti, just outside of Thessaloniki, began. During his operation he greatly needed blood and it was then that a group of novices from the monastery donated blood to save him. Elder Paisios was most grateful, and after his recovery did whatever he could, materially and spiritually, to help them build their monastery.

In 1968 he spent time at the Monastery of Stavronikita helping both with its spiritual as well as material renovation. While there he had the blessing of being in contact with the ascetic Elder Tikhon who lived in the hermitage of the Holy Cross, near Stavronikita. Elder Paisios stayed by his side until his repose, serving him selflessly as his disciple. It was during this time that Elder Tikhon clothed Fr. Paisios in the Great Schema. According to the wishes of the Elder, Fr. Paisios remained in his hermitage after his repose. He stayed there until 1979, when he moved on to his final home on the Holy Mountain, the hermitage Panagouda, which belongs to the Monastery of Koutloumousiou.

It was here at Panagouda that Elder Paisios’ fame as a God bearing elder grew, drawing to him the sick and suffering people of God. He received them all day long, dedicating the night to God in prayer, vigil and spiritual struggle. His regime of prayer and asceticism left him with only two or three hours each night for rest. The self-abandon with which he served God and his fellow man, his strictness with himself, the austerity of his regime, and his sensitive nature made him increasingly prone to sickness. In addition to respiratory problems, in his later days he suffered from a serious hernia that made life very painful. When he was forced to leave the Holy Mountain for various reasons (often due to his illnesses) he would receive pilgrims for hours on end at the women’s monastery at Souroti, and the physical effort which this entailed in his weakened state caused him such pain that he would turn pale. He bore his suffering with much grace, however, confident that, as God knows what is best for us, it could not be otherwise. He would say that God is greatly touched when someone who is in great suffering does not complain, but rather uses his energy to pray for others.

In addition to his other illnesses he suffered from hemorrhaging which left him very weak. In his final weeks before leaving the Holy Mountain, he would often fall unconscious. On October 5, 1993 the Elder left his beloved Holy Mountain for the last time. Though he had planned on being off the mountain for just a few days, while in Thessaloniki he was diagnosed with cancer that needed immediate treatment. After the operation he spent some time recovering in the hospital and was then transferred to the monastery at Souroti. Despite his critical state he received people, listening to their sorrows and counseling them.

After his operation, Elder Paisios had his heart set on returning to Mt. Athos. His attempts to do so, however, were hindered by his failing health. His last days were full of suffering, but also of the joy of the martyrs. On July 11, 1994, he received Holy Communion for the last time. The next day, Elder Paisios gave his soul into God’s keeping. He was buried, according to his wishes, at the Monastery of St. John the Theologian in Souroti. Elder Paisios, perhaps more than any other contemporary elder, has captured the minds and hearts of the Greek people. Many books of his counsels have been published , and the monastery at Souroti has undertaken a great work, organizing the Elder’s writings and counsels into impressive volumes befitting his memory. Thousands of pilgrims visit his tomb each year.

==========================================================

Βάπτιση και ξερριζωμός.(Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου)

 

Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης - Elder Paisios the Athonite 5 years old with his parents

Στα Φάρασα της αγιοτόκου Καππαδοκίας, στις 25 Ιουλίου του 1924, ανήμερα της αγίας Άννης γεννήθηκε ο Γέροντας.
Στην βάπτιση οι γονείς του ήθελαν να τον ονομάσουν Χρήστο, στο όνομα του παππού. Ο όσιος Αρσένιος όμως είπε στην γιαγιά του: «Έ, Χατζηαννά, τόσα παιδιά σου βάπτισα! Δεν θα δώσεις και σε ένα το όνομά μου;». Και στους γονείς είπε: «Καλά, εσείς θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;». Και γυρίζοντας στη νουνά (Ανάδοχός του ήταν η Αναστασία, σύζυγος του Προδρόμου Κορτσινόγλου, του ψάλτη του οσίου Αρσενίου) της λέγει: «Αρσένιο να πής». Του έδωσε δηλαδή το όνομά του και την ευχή του, και προείδε ότι θα γίνει καλόγηρος, όπως και έγινε (Ο Αγιος Αρσένιος).
Το έτος που γεννήθηκε ο Γέροντας έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών και ξερριζώθηκε ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας από τις πατρογονικές του εστίες. Πήρε και η οικογένεια του Γέροντα μαζί με τους άλλους Φαρασιώτες και τον όσιο Αρσένιο τον δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Στο καράβι μέσα στον συνωστισμό κάποιος πάτησε το βρέφος (Αρσένιο) που κινδύνεψε να πεθάνη. Αλλά ο Θεός κράτησε στην ζωή τον εκλεκτό Του, γιατί έμελλε να γίνη χειραγωγός πολλών ψυχών στην βασιλεία των Ουρανών. Ο Γέροντας βέβαια από ταπείνωση έλεγε αργότερα: «Αν είχα πεθάνει τότε, που είχα την χάρι του Βαπτίσματος, θα με έρριχναν στην θάλασσα να με φάνε τα ψάρια, και τουλάχιστον θα μου έλεγε «ευχαριστώ» κανένα ψαράκι, και θα πήγαινα στον παράδεισο». (Ήθελε δηλαδή να πή ότι τώρα που έζησε δεν έκανε τίποτε).
Έμειναν για λίγο στον Πειραιά. Έπειτα μεταφέρθηκαν στο κάστρο της Κερκύρας, όπου εκοιμήθη και ετάφη ο όσιος Αρσένιος, σύμφωνα με την πρόρρησή του: «Εγώ θα ζήσω σαράντα ημέρες στην Ελλάδα και θα πεθάνω σε ένα νησί». Μετακόμισαν στην συνέχεια σε χωριό της Ηγουμενίτσας και τελικά εγκαταστάθηκαν στην Κόνιτσα.
Τον νεοφώτιστο Αρσένιο, βρέφος σαράντα ημερών, οι γονείς του τον έφεραν στην μητέρα Ελλάδα, άγνωστο τότε ανάμεσα στα πλήθη των προσφύγων. Αυτόν που μετά από χρόνια θα γινόταν γνωστός σε όλο τον κόσμο και θα ωδηγούσε πλήθη ανθρώπων στην θεογνωσία. Από τις πρώτες ημέρες γνώρισε τον πόνο και τα βάσανα των ανθρώπων. Αργότερα, ο ίδιος θα γινόταν λιμάνι παρηγοριάς σε χιλιάδες βασανισμένες ψυχές.

(ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – †Ιερομονάχου Ισαάκ)

================================================================

Ανατροφή «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».(Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου)

 

Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης - Elder Paisios the Athonite 5 years old with his parents

 

Ο μικρός και ευλογημένος Αρσένιος, μαζί με το γάλα που θήλαζε, μάθαινε από τους γονείς του και την ευλάβεια προς τον Θεό. Αντί για παραμύθια και ιστορίες του μιλούσαν για τον βίο και τα θαύματα του οσίου Αρσενίου. Μέσα του γεννήθηκε θαυμασμός και αγάπη για τον Χατζεφεντή, όπως αποκαλούσαν τον όσιο Αρσένιο. Από μικρός ήθελε να γίνη και αυτός μοναχός, για να μοιάση τον Άγιό του.
Το πρόσωπο που μετά τον όσιο Αρσένιο επηρέασε ευεργετικά όλη του την ζωή ήταν η μητέρα του, προς την οποία αισθανόταν ιδιαίτερη αγάπη και την βοηθούσε όσο μπορούσε. Από αυτήν διδάχθηκε την ταπεινοφροσύνη. Τον συμβούλευε να μην θέλη να νικά τους συμμαθητές του στα παιχνίδια και ύστερα να υπερηφανεύεται, ούτε να επιδιώκη να μπαίνη πρώτος στην γραμμή, γιατί ήταν το ίδιο, είτε πρώτος, είτε τελευταίος έμπαινε.
Επί πλέον του έμαθε την εγκράτεια˙ να μην τρώγη πριν από την ώρα του φαγητού. Τήν παράβαση την θεωρούσε ως πορνεία.
Επίσης τον βοήθησε να αποκτήση απλότητα, εργατικότητα, νοικοκυροσύνη και προσοχή στην συμπεριφορά του προς τους άλλους, και τον προέτρεπε να μην αναφέρη καθόλου το όνομα του πειρασμού (διαβόλου).
Δυό φορές την ημέρα όλη η οικογένεια προσευχόταν μπροστά στο εικονοστάσι. Η μητέρα του όμως συνέχιζε να προσεύχεται και όταν έκανε τις εργασίες του σπιτιού λέγοντας την ευχή.
Τέτοια ήταν η ευλάβεια των γονέων του, ώστε και στα αλώνια έπαιρναν μαζί τους αντίδωρο.
Ο μικρός Αρσένιος, με το ενδιαφέρον και την εξυπνάδα που είχε, εύκολα αφωμοίωνε ό,τι καλό άκουγε από τους γονείς του.
Ακολουθώντας το παράδειγμά τους έμαθε να νηστεύη, να προσεύχεται και να εκκλησιάζεται. Ήταν το πιο αγαπητό από όλα τα παιδιά της οικογενείας. «Ο μεν πατέρας μου», έλεγε αργότερα ο Γέροντας, «με αγαπούσε, γιατί είχα κλίση στα τεχνικά και έπιαναν τα χέρια μου, η δε μητέρα μου για την ψεύτικη (λίγη, μικρή) ευλάβεια που είχα».

================================================================

Παράδοξες μεταβάσεις. (Πατέρας Παΐσιος)

 

«Τις ημέρες πού πήγε να προσκύνηση στα Ιεροσόλυμα ήλθε μία παρέα νέων να τον δεί. Ενώ απουσίαζε από το Κελλί του, αυτοί τον βρήκαν! Τους άνοιξε ο Γέροντας, τους κέρασε λουκούμι, συζήτησαν και έφυγαν πολύ χαρούμενοι. Διανυκτέρευσαν στην Μονή Φιλόθεου και εκεί ανέφεραν ότι είδαν τον Γέροντα. Οι πατέρες απορούσαν, πώς τον βρήκαν, ενώ έλειπε. Την επομένη κάποιος Φιλοθεΐτης πήγε στην «Παναγούδα», αλλά δεν βρήκε τον Γέροντα. Ρώτησε σε γειτονικό Κελλί και επιβεβαίωσαν την απουσία του.
Το γεγονός αυτό είχε πληροφορηθή και ο τότε πορτάρης της Μονής Κουτλουμουσίου, ο νύν ηγούμενος Βατοπεδίου Αρχιμανδρίτης Εφραίμ και άλλοι πατέρες, και είχε γίνει ευρύτερα γνωστό στο Άγιον Όρος.
Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 595-596, έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα Άγιον Όρος, Άγιον Όρος 2004.
=========================================================

Τα αρχοντόπουλα του Θεού.

Μερικοί άνθρωποι, παρόλο που μετάνοιωσαν για κάποιο σφάλμα τους και ο Θεός τους συγχώρεσε, οπότε έπαψαν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, αυτοί δεν ξεχνούν το σφάλμα τους. Ζητούν επίμονα από τον Θεό να τιμωρηθούν σ’ αυτήν την ζωή για το σφάλμα τους, για να εξοφλήσουν. Αφού λοιπόν επιμένουν, ο Καλός Θεός εκπληρώνει αυτό το φιλότιμο αίτημά τους, τους κρατάει όμως τοκισμένη την πληρωμή στο Ουράνιο Ταμιευτήριό Του, στον Παράδεισο. Αυτοί είναι τα αρχοντόπουλα του Θεού, είναι τα πιο φιλότιμα παιδιά του Θεού. Στο Λειμωνάριο λ.χ. αναφέρεται το εξής για τον αββά Ποιμένα τον βοσκό: Μια φορά τον επισκέφθηκε κάποιος και ζήτησε να τον φιλοξενήση στο κελλί του. Επειδή ο αββάς δεν είχε ιδιαίτερο χώρο για φιλοξενία, τακτοποίησε τον επισκέπτη στο κελλί του και αυτός πήγε να διανυκτερεύση σε μια σπηλιά. Το πρωί που  επέστρεψε, τον ρώτησε ο επισκέπτης: «Πως τα πέρασες, αββά; Μήπως κρύωσες;». «Όχι, πέρασα καλά. Μπήκα σε μια σπηλιά και βρήκα μέσα ένα λιοντάρι να κοιμάται. Ξάπλωσα κι εγώ και ακούμπησα την πλάτη μου στην χαίτη του. Από τα χνώτα του η σπηλιά ήταν σαν φούρνος και δεν κρύωσα». «Καλά, δεν φοβήθηκες μήπως σε φάη το λιοντάρι;», τον ρώτησε ο επισκέπτης. «Όχι, του λέει ο αββάς, αλλά, να ξέρης, εμένα θα με φάνε τα θηρία». «Πως το ξέρεις αυτό;». «Εγώ στον κόσμο ήμουν βοσκός, του λέει ο αββάς, και κάποτε που βοσκούσα το κοπάδι μου οι σκύλοι μου καταξέσχισαν κάποιον περαστικό και, ενώ μπορούσα να τον σώσω, αδιαφόρησα. Από τότε ζητάω από τον Θεό συνέχεια να με φάνε τα θηρία. Πιστεύω να μου κάνη ο Θεός αυτό το χατίρι». Και πράγματι αυτόν τον αββά τον έφαγαν τα θηρία. Στην άλλη όμως ζωή αυτοί οι άνθρωποι θα είναι στον πιο εκλεκτό τόπο.
– Γέροντα, διάβασα σε σχόλια κάποιου πατερικού βιβλίου ότι ο άνθρωπος, όταν κάνη κάποια αμαρτία, πρέπει να τιμωρηθή, για να πληρώση για το κακό που έκανε.
– Όχι, δεν είναι έτσι. Ο άνθρωπος, αν μετανοιώση, δεν τιμωρείται· τον ελεεί ο Χριστός. Χρειάζεται πολλή προσοχή στα σχόλια, γιατί μπορεί ένας σχολιαστής να είναι αρκετά καλός, αλλά καμμιά φορά να κάνη λανθασμένες ερμηνείες. Αν κανείς δεν είναι σίγουρος ότι ο σχολιαστής είναι καλός, καλύτερα αν διαβάση μόνον το κείμενο. Και σ’ εμένα είπε κάποιος ότι τον Προφήτη Ησαΐα τον πριόνισαν, γιατί έπρεπε να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου. Ενώ ο ίδιος παρακάλεσε τον Θεό να πριονισθή για τις αμαρτίες του κόσμου και ο Θεός υπέκυψε στην πολλή αγάπη που είχε για τον λαό. Αλλά για κάθε πριονιά ο Θεός θα του δώση και ένα στεφάνι. Είναι απαραίτητο να ξέρη κανείς μερικά πράγματα, για να καταλάβη κάποια άλλα. Ο αββάς Ποιμήν, για τον οποίο ανέφερα προηγουμένως, μπορούσε να καταλάβη τον Προφήτη Ησαΐα – αν και η περίπτωση του ενός διέφερε από του άλλου, γιατί στην περίπτωση του Προφήτη Ησαΐα υπήρχε η θυσία για τον κόσμο.
– Έχουμε, Γέροντα, και στην εποχή μας τέτοια περιστατικά;
– Ναι, βέβαια. Θυμάμαι κάποιο γεγονός που συνέβη, όταν ήμουν στην Μονή Φιλοθέου. Κάποιος μοναχός, όταν ήταν στον κόσμο, είχε κάψει έναν Τούρκο στον φούρνο, επειδή είχε σφάξει τον πατέρα του. Μετά μετανόησε, ήρθε στο Άγιο Όρος, έγινε μοναχός και είχε βάλει μια καλή σειρά. Μέρα-νύχτα όμως παρακαλούσε τον Θεό να επιτρέψη να καή και ο ίδιος. Μια φορά έπιασε πυρκαγιά στο Μοναστήρι. Εγώ τότε ήμουν δοχειάρης. Ετοίμασα δοχεία με νερό και τρέξαμε όλοι και σβήσαμε τη φωτιά. Τελικά αυτόν τον μοναχό τον βρήκαμε καμένο. Θα μου μείνη αλησμόνητη η σκηνή… Τι είχε γίνει; Αυτός τότε ήταν ογδόντα πέντε χρονών και τον διακονούσε ένας μοναχός που ήταν εβδομήντα πέντε. Εκείνη την ημέρα, για να τον ανακουφίση λίγο από τους πόνους των ρευματισμών, του έτριψε τα πόδια του με πετρέλαιο και τον κουκούλωσε κοντά στο τζάκι. Πετάχθηκε όμως μια σκανδαλήθρα από τα ξύλα της καστανιάς, πήρε φωτιά, κάηκε εκείνος και έπιασε φωτιά και όλο το μοναστήρι. Εγώ στενοχωρήθηκα πολύ για το γεγονός· δεν μπορούσα να ησυχάσω! Ύστερα μου είπε ο Πνευματικός: «Μην στενοχωριέσαι· αυτός ζητούσε από τον Θεό να καή, για να εξιλεωθή· αυτό ήταν δώρο Θεού».

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

================================================================

Πως λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι.

 

– Γέροντα, ποιοι νόμοι λέγονται πνευματικοί;
– Θα σου εξηγήσω: Όπως στην φύση υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, έτσι και στην πνευματική ζωή υπάρχουν οι πνευματικοί νόμοι. Ας πούμε, όταν πετάη κανείς ένα βαρύ αντικείμενο ψηλά, με όσο περισσότερη ορμή και όσο πιο ψηλά το πετάξη, με τόσο μεγαλύτερη δύναμη θα πέση κάτω και θα συντριβή. Αυτός είναι φυσικός νόμος. Στην πνευματική ζωή, όσο περισσότερο υψώνεται κανείς με την υπερηφάνειά του, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πνευματική του πτώση και ανάλογα με το ύψος της υπερηφανείας του θα συντριβή. Γιατί ο υπερήφανος ανεβαίνει, φθάνει σε ένα σημείο και μετά πέφτει και σπάζει τα μούτρα του – «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Αυτός είναι πνευματικός νόμος.
Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους φυσικούς και στους πνευματικούς νόμους:
Ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αλλάξη, οι πνευματικοί νόμοι έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος μπορεί να τους αλλάξη, γιατί έχει να κάνη με τον Δημιουργό και Πλάστη του, τον Πολυεύσπλαχνο Θεό. Αν δηλαδή καταλάβη αμέσως το ανέβασμα της υπερηφανείας του και πη: «Θεέ μου, εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου και υπερηφανεύομαι· συγχώρεσέ με!», αμέσως τα σπλαχνικά χέρια του Θεού τον αρπάζουν και τον κατεβάζουν απαλά κάτω, χωρίς να γίνη αντιληπτή η πτώση του. Έτσι δεν συντρίβεται, αφού προηγήθηκε η καρδιακή συντριβή με την μετάνοια που έδειξε. Το ίδιο ισχύει και για το «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης», που λέει το Ευαγγέλιο. Αν δηλαδή «έδωσα μάχαιρα», κανονικά πρέπει να ξοφλήσω με μάχαιρα. Όταν όμως συναισθάνωμαι το σφάλμα μου, με μαχαιρώνη η συνείδησή μου και ζητάω συγχώρηση από τον Θεό, τότε πλέον παύουν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι και δέχομαι από τον Θεό την αγάπη Του σαν βάλσαμο. Μέσα δηλαδή στα κρίματα του Θεού, που είναι άβυσσος, βλέπουμε να αλλάζη ο Θεός, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι. Όταν το άτακτο παιδί συνέρχεται, μετανοή και δέρνεται από την συνείδησή του, τότε ο Πατέρας του το χαϊδεύει με αγάπη και το παρηγορεί. Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορή ο άνθρωπος να αλλάξη την απόφαση του Θεού! Κάνεις κακό; Ο Θεός σου δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σου δίνει ευλογίες.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

================================================================

Το κοσμικό πνεύμα στην πνευματική ζωή.

 

– Γέροντα, μερικές φορές λέτε ότι ο τάδε άνθρωπος βλέπει με ευρωπαϊκό φακό και όχι με ανατολίτικο πνεύμα. Τι εννοείτε;

– Εννοώ ότι βλέπει με ευρωπαϊκό μάτι, με ευρωπαϊκή λογική, χωρίς πίστη, ανθρώπινα.

– Και ποιο είναι το ανατολίτικο πνεύμα;

– “Ανατολή ανατολών και οι εν σκότει και σκιά…” (6)!

– Δηλαδή;

– Όταν λέω ότι ένας έπιασε το ανατολίτικο πνεύμα και άφησε το ευρωπαϊκό πνεύμα, θέλω να πω ότι άφησε την λογική, τον ορθολογισμό, και έπιασε την απλότητα και την ευλάβεια, γιατί αυτό είναι το ορθόδοξο πνεύμα στο οποίο αναπαύεται ο Χριστός, απλότης και ευλάβεια. Σήμερα, συχνά λείπει η απλότητα από τους πνευματικούς ανθρώπους, η αγία απλότητα που ξεκουράζει την ψυχή. Αν δεν αρνηθή κανείς το κοσμικό πνεύμα και δεν κινηθή απλά, να μη σκέφτεται δηλαδή πώς θα τον δουν ή τι θα πουν γι’ αυτόν, τότε δεν συγγενεύει με τον Θεό, με τους Αγίους. Για να συγγενέψη, πρέπει να κινηθή στον πνευματικό χώρο. Όσο κανείς κινείται με απλότητα, ιδίως μέσα σε ένα Κοινόβιο, τόσο στρογγυλεύει, γιατί φεύγουν τα εξογκώματα των παθών. Αλλιώς κοιτάζει να φτιάξη έναν ψεύτικο άνθρωπο. Γι’ αυτό να προσπαθήσουμε ναπετάξουμε τον κοσμικό καρνάβαλο, για να αγγελοποιηθούμε.

Ξέρετε τι κάνουν οι κοσμικοί και τι κάνουν οι πνευματικοί άνθρωποι; Οι κοσμικοί κοιτάζουν η αυλή τους να είναι καθαρή. Το σπίτι μέσα δεν τους ενδιαφέρει αν έχη σκουπίδια. Σκουπίζουν την αυλή και πετούν τα σκουπίδια μέσα στο σπίτι! Σου λέει: “Οι άλλοι την αυλή βλέπουν, δεν βλέπουν μέσα το σπίτι”. Μέσα μου δηλαδή ας έχω σκουπίδια, όχι όμως έξω! Τους ενδιαφέρει να τους καμαρώνουν οι άλλοι. Ενώ οι πνευματικοί άνθρωποι κοιτάζουν το σπίτι μέσα να είναι καθαρό. Δεν τους ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, γιατί ο Χριστός κατοικεί στο σπίτι, στην καρδιά, δεν κατοικεί στην αυλή.

Μερικές φορές όμως και πνευματικοί άνθρωποι κινούνται επιφανειακά, κοσμικά, και για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, φαρισαϊκά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν σκέφτονται πώς θα πάνε στον Παράδεισο, κοντά στον Θεό, αλλά πώς θα φανούν εδώ καλοί. Στερούνται όλες τις πνευματικές χαρές, ενώ μπορούσαν να ζήσουν από ‘δω τον Παράδεισο. Έτσι μένουν γήινοι άνθρωποι. Προσπαθούν να ζήσουν μια πνευματική ζωή με κοσμικό τρόπο. Μέσα τους όμως είναι άδειοι, δεν υπάρχει Θεός.

Δυστυχώς, το κοσμικό πνεύμα έχει επιδράσει πολύ και στους πνευματικούς ανθρώπους. Αν πνευματικοί άνθρωποι ενεργούν και σκέφτωνται κοσμικά, τι να κάνουν οι κοσμικοί; Είπα σε μερικούς να βοηθήσουν ναρκομανή παιδιά και μου είπαν: “Αν κάνουμε ένα ίδρυμα για ναρκομανείς, δεν θα μας δίνουν καμμιά περιουσία. Γι’ αυτό θα κάνουμε Γηροκομείο”. Δεν λέω ότι το Γηροκομείο δεν χρειάζεται. Αλλοίμονο! Αλλά, αν ξεκινούμε έτσι, αυτά δεν θα είναι ευαγή αλλά… “ναυαγή” ιδρύματα! Δεν καταλαβαίνουν ότι η κοσμική επιτυχία είναι αποτυχία πνευματική.

(6) Εξαποστειλάριο της εορτή των Χριστουγέννων: “Επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών ανατολή ανατολών και οι εν σκότει και σκιά, εύρομεν την αλήθειαν, και γαρ εκ της Παρθένου ετέχθη ο Κύριος”.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

====================================================

Στην εποχή μας λείπουν τα παραδείγματα.

 

– Γέροντα, γιατί ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέει ότι οι Μάρτυρες των εσχάτων χρόνων θα είναι “υπέρ πάντας Μάρτυρας” ;

– Γιατί παλιά είχαμε μεγάλα αναστήματα. Στην εποχή μας λείπουν τα παραδείγματα -μιλώ γενικά για την Εκκλησία και τον Μοναχισμό. Τώρα πλήθυναν τα λόγια και τα βιβλία και λιγόστεψαν τα βιώματα. Θαυμάζουμε μόνον τους Αγίους Αθλητές της Εκκλησίας μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε το πόσο κοπίασαν, γιατί δεν κοπιάσαμε, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τον κόπο τους, για να τους αγαπήσουμε και να αγωνισθούμε από φιλότιμο να τους μιμηθούμε. Ο Καλός Θεός βέβαια θα λάβη υπ’ όψιν Του την εποχή και τις συνθήκες στις οποίες ζούμε και ανάλογα θα ζητήση. Αν λίγο αγωνισθούμε, θα στεφανωθούμε περισσότερα από τους παλαιούς.

Παλιά που υπήρχε το αγωνιστικό πνεύμα και ο καθένας προσπαθούσε να μιμηθή τον άλλο, δεν μπορούσε να σταθή ούτε το κακό ούτε η αμέλεια. Ήταν και το καλό πολύ και αγωνιστικό πνεύμα υπήρχε, γι’ αυτό ένας αμελής δεν μπορούσε να σταθή. Τον έπαιρναν σβάρνα οι άλλοι. Θυμάμαι, μια φορά στην Θεσσαλονίκη περιμέναμε τα φανάρια, για να περάσουμε από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Σε μια στιγμή αισθάνθηκα ένα κύμα να με σπρώχνη προς τα εμπρός, γιατί όλοι πήγαιναν προς τα εκεί. Μόλις που σήκωνα το πόδι και προχωρούσα. Θέλω να πω δηλαδή ότι, όταν όλοι πάνε προς ένα μέρος, ένας, και να μη θέλη να πάη, δυσκολεύεται να μην πάη, γιατί τον πάνε οι άλλοι. Σήμερα, αν κάποιος θέλη να ζήση τίμια και πνευματικά, δεν χωράει στον κόσμο, δυσκολεύεται.

Και αν δεν προσέξη, θα τον πάρη ο κατήφορος, το κοσμικό κανάλι. Παλιότερα, ήταν πολύ το καλό, πολλή η αρετή, πολύ το καλό παράδειγμα, και το κακό πνιγόταν στο πολύ καλό και η λίγη αταξία που υπήρχε στον κόσμο ή στα Μοναστήρια δεν φαινόταν και ούτε έβλαπτε. Τώρα τι γίνεται; Το κακό παράδειγμα είναι πολύ, και το λίγο καλό που υπάρχει, περιφρονείται. Γίνεται δηλαδή το αντίθετο, πνίγεται το λίγο καλό στο πολύ κακό, και έτσι κυβερνάει το κακό.

Όταν ένας άνθρωπος ή ένα σύνολο ανθρώπων έχη αγωνιστικό πνεύμα, αυτό πολύ βοηθάει. Γιατί, όταν ένας προχωράη πνευματικά, δεν ωφελεί μόνον τον εαυτό του, αλλά βοηθάει και τον άλλον που τον βλέπει. Και ένας που είναι χαλαρός, πάλι το ίδιο, επιδρά και στους άλλους. Όταν ο ένας χαλαρώνη, ο άλλος χαλαρώνη, τελικά, χωρίς να το καταλαβαίνουν, δεν μένει τίποτε. Γι’ αυτό το αγωνιστικό πνεύμα πολύ θα βοηθήση μέσα σ’ αυτήν την χαλάρωση που υπάρχει. Αυτό θα πρέπη να το προσέξουμε πολύ, γιατί έφθασαν δυστυχώς σε τέτοιο σημείο οι σημερινοί άνθρωποι, που κάνουν και νόμους ακόμη χαλαρούς και τους επιβάλλουν και στους αγωνιζομένους να τους εφαρμόσουν. Γι’ αυτό οι αγωνιζόμενοι όχι μόνο δεν πρέπει να επηρεάζωνται από το κοσμικό πνεύμα, αλλά και να μη συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους κοσμικούς και νομίζουν ότι είναι άγιοι και μετά χαλαρώνουν και γίνονται χειρότεροι και από τους πιο κοσμικούς. Στην πνευματική ζωή δεν θα βάλη κανείς για πρότυπο τους κοσμικούς αλλά τους Αγίους. Καλά είναι να παίρνη κάθε αρετή και να βρίσκη τον Άγιο που την είχε, να μελετά τον βίο του, και τότε θα βλέπη ότι δεν έχει κάνει τίποτε και να προχωρή με ταπείνωση. Στο στάδιο αυτοί που τρέχουν, δεν κοιτάζουν πίσω να δουν που βρίσκονται οι τελευταίοι, γιατί, αν το κάνουν, θα μείνουν αυτοί τελευταίοι. Όταν προσπαθώ να μιμηθώ τους προχωρημένους, η συνείδηση λεπτύνεται. Όταν όμως βλέπω τους πίσω, δικαιολογώ τον εαυτό μου και λέω ότι δεν είναι σπουδαία τα σφάλματά μου εν συγκρίσει με τα δικά τους. Επαναπαύομαι στον λογισμό μου ότι υπάρχει και ο κατώτερός μου. Έτσι πνίγω την συνείδησή μου ή καλύτερα, καταλήγω να έχω μια καρδιά σοβαντισμένη, αναίσθητη.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

===================================================

Να μην ανοίγουμε πολλά μέτωπα.

 

Οι άνθρωποι σήμερα, επειδή δεν ζουν απλά, έχουν πολύ περισπασμό. Ανοίγουν πολλά μέτωπα και χάνονται με την πολλή μέριμνα. Εγώ ένα-δύο πράγματα τα τακτοποιώ και μετά σκέφτομαι άλλα. Ποτέ δεν έχω να κάνω πολλά πράγματα μαζί. Τώρα σκέφτομαι να κάνω αυτό, το τελειώνω και μετά σκέφτομαι να κάνω κάτι άλλο. Γιατί, αν δεν τελειώσω το ένα και αρχίσω το άλλο, δεν έχω ανάπαυση. Όταν έχη κανείς πολλά μαζί να κάνη, παλαβώνει. Και μόνο να τα σκέφτεται, παθαίνει σχιζοφρένεια.

Είχε έρθει στο Καλύβι ένας νέος που είχε ψυχολογικά προβλήματα. Μου έλεγε ότι ταλαιπωρείται, γιατί έχει μια κληρονομική ευαισθησία από τους γονείς κ.λπ. “Τι κληρονομικά μου λες; του είπα. Πρώτα, χρειάζεσαι ξεκούραση. Μετά να πάρης το πτυχίο σου, μετά να πας στον στρατό, μετά να κοιτάξης για διορισμό”. Με άκουσε ο καημένος και βρήκε τον δρόμο του. Έτσι βρίσκουν και τον εαυτό τους οι άνθρωποι.

– Γέροντα, κι εγώ κουράζομαι εύκολα, όταν δουλεύω. Δεν καταλαβαίνω τι φταίει.

– Αυτό που σου λείπει εσένα είναι η υπομονή. Και αιτία που δεν μπορείς να κάνης υπομονή είναι που καταπιάνεσαι με πολλά. Σκορπάς σε πολλές μεριές και κουράζεσαι. Αυτό και νευρικότητα σου δημιουργεί, γιατί έχεις και φιλότιμο και αγωνιάς.

Όταν ήμουν στο Κοινόβιο, είχα έναν διακονητή στο μαραγκούδικο, τον Γερο-Ισίδωρο. Ο καημένος δεν είχε καθόλου υπομονή. Άρχιζε ένα παράθυρο, στενοχωριόταν, έπιανε να κάνη πόρτες, στενοχωριόταν και τα άφηνε, έπιανε να κάνη μετά στέγες. Όλα στην μέση τα άφηνε, χωρίς να τελειώνη τίποτε. Άλλα ξύλα χάνονταν, άλλα κόβονταν λάθος. Έτσι σκοτώνεται κανείς, χωρίς να κάνη τίποτε.

Είναι μερικοί που, ενώ έχουν περιορισμένες δυνάμεις και μπορούν να κάνουν μόνον ένα-δύο πράγματα, καταπιάνονται και μπερδεύονται με πολλά και μετά δεν κάνουν τίποτε σωστό και σέρνουν και τους άλλους. Όσο μπορεί κανείς, να κάνη ένα-δυό πράγματα μόνο, να τα τελειώνη σωστά και να έχη το μυαλό του καθαρό και ξεκούραστο και μετά να αρχίζη κάτι άλλο. Γιατί, άμα ο νους του σκορπίση, τι πνευματικά θα κάνη μετά; Πώς να θυμηθή τον Χριστό;

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

=====================================================

Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης: »Επιστράτευση προσευχής».

Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης“….Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.”

-Γέροντα θὰ γίνη πόλεμος;

-Ἐσεῖς κάνετε προσευχή; Ἐγὼ ἔχω ἀπὸ τὴν ἄνοιξη μέχρι τὸ φθινόπωρο ποὺ κάνω ἐπιστράτευση προσευχῆς -ἀθόρυβα-, γιὰ νὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ Θεός, νὰ ἀποφύγουμε τὴνἐπιστράτευση καὶ τὸν πόλεμο. Εἶχα πληροφορία: “Κάνετε πολλὴ προσευχή, γιὰ νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ Τοῦρκοι, διότι τὴν Κυριακὴ 16 Ὀκτωβρίου, ἔχουν σκοπὸ νὰ μᾶς χτυπήσουν” (εἰπώθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1983. Ἡ πληροφορία δὲν ἦταν ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή). Δόξα τῷ Θεῶ, μέχρι στιγμῆς μᾶς φύλαξε ἡ Παναγία, ἂς εὐχηθοῦμε νὰ μᾶς προστατεύσει καὶ στὴ συνέχεια.
-Γέροντα, τώρα ποῦ πέρασε ἀπὸ ἐδῶ ὁ κίνδυνος, θὰ συνεχίσουμε νὰ προσευχώμαστε γι’ αὐτὸ τὸ θέμα;
– Μήπως ὑπάρχει τόπος χωρὶς πόλεμο; Τί θὰ πῆ “ἐδῶ” καὶ “ἐκεῖ”; Καὶ ἐκεῖ ποὺ τώρα ἔχουν πόλεμο ἀδελφοί μας εἶναι. Ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα δὲν εἴμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι; Μοιράστηκε ὅμως ἡ οἰκογένειά μας, ἄλλοι εἶναι ἐδῶ, ἄλλοι ἐκεῖ. Μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους εἴμαστε ἀδελφοὶ καὶ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα, ἐνῶ μὲ τοὺς ἄλλους εἴμαστε ἀδελφοὶ μόνον κατὰ σάρκα. Ἑπομένως, γιὰ ἕναν  λόγο παραπᾶν, πρέπει νὰ προσευχόμαστε μὲ περισσότερο πόνο γι’ αὐτούς, γιατί αὐτοὶ εἶναι πιὸ ταλαίπωροι.
-Γέροντα, αὐτὸ τὸ διάστημα ποὺ τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, κάνω πολὺ κομποσχοίνι, ἀλλὰ σκέφτομαι καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας δὲν κρέμεται ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι μου.
Άγιος Γέρων Παΐσιος - λόγοι ς-Δὲν εἶναι ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας κρεμάστηκε ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι σου, ἀλλὰ τὸ νὰ σκέφτεσαι συνέχεια τὴν δυσκολία ποὺ περνάει ἡ Ἑλλάδα σημαίνει ὅτι πονᾶς τὴν πατρίδα καὶ ζητᾶς τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ποὺ…. μπορεῖ νὰ βοηθήσει.
Νὰ προσεύχεσθε νὰ ἀναδείξη ὁ Θεὸς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, Μακκαβαίους, γιατί ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ πολεμήση τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, γιατί τὴν παρανομία τὴν ἔχουν κάνει νόμο καὶ τὴν ἁμαρτία μόδα. Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.
-Ἔτσι ὅπως τὰ λέτε, Γέροντα, πρέπει νὰ τὰ ἀφήσουμε ὅλα καὶ νὰ δώσουμε τὶς δυνάμεις μας στὴν προσευχή.

-Μά, χωράει συζήτηση γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα; Ὅλος ὁ κόσμος βράζει σὰν σὲ καζάνι. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πολιτεία, ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ἄνω-κάτω! Καὶ τί ἐξέλιξη θὰ ἔχουμε κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του! […]
Ὅσο μπορεῖτε, νὰ εὔχεσθε ταπεινὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ἔδωσε πολλὰ δικαιώματα στὸν πονηρὸ καὶ ταλαιπωρεῖται.

Aπό το βιβλίο “Λόγοι Γέροντος Παισίου, τόμος ΣΤ, περί προσευχής» (σ.31-32).

======================================================

 

Στείλτε τους ανθρώπους στον Πνευματικό.

 

– Γέροντα,  πολλές  φορές  οί  άνθρωποι  βλέποντας  ράσο  μας  λένε  τόν  πόνο  τους,  τό πρόβλημα τους, ακόμη καί εξομολόγηση. Ποιά πρέπει νά είναι ή στάση μας απέναντι τους;
– Έξ  αρχής,  όταν άπευθύνωνται  σ’  εσάς  γιά  κάποιο πρόβλημα τους,  νά  τούς  ρωτήσετε: Έχετε  πνευματικό;.  Κι  έγώ  στους  ανθρώπους  πού  έρχονται  εκεί  στό  Καλύβι  νά  μέ ρωτήσουν γιά κάποιο θέμα λέω: Έγώ δέν είμαι πνευματικός νά πάτε στόν πνευματικό σας καί νά κάνετε ό,τι σάς πή εκείνος. Πρέπει νά μετανοήσουν οί άνθρωποι καί νά έχουν έναν πνευματικό νά εξομολογούνται, γιά νά κοπούν τά δικαιώματα τού διαβόλου. Νά άκούση ή μοναχή μιά φορά κάποια πονεμένη γυναίκα πού έχει ένα πρόβλημα καί μετά νά τήν στείλη στόν πνευματικό, αυτό τό καταλαβαίνω. Όχι όμως νά συνεχίζη νά συζητάη μαζί της. Ή, άν
μία γυναίκα δέν αναπαύεται στόν πνευματικό της ή δέν έχη πάει ποτέ γιά εξομολόγηση ή βρίσκεται σέ κατάσταση απελπισίας, άς τήν άκούση μιά φορά καί πάλι νά τήν στείλη στόν πνευματικό καί νά τής πή ότι εκείνη θά εύχεται.
Έκτος  πού  δέν  έχει υποχρέωση  ή  μοναχή  νά  τούς  βοηθήση  κατ’  αυτόν  τόν  τρόπο, ακούγοντας  δηλαδή  συνεχώς  τά  προβλήματα  τους,  δέν  βοηθιούνται  κιόλας  έτσι  οί άνθρωποι.  Γιατί  ό  άνθρωπος  παθαίνει  τριών  ειδών  αλλοιώσεις:  άπό  τόν  εαυτό  του,  άπό τούς  άλλους  καί  άπό  τόν  διάβολο.  Έρχονται  έδώ,  βρίσκουν  μιά  παρηγοριά  ανθρώπινη, άλλά,  μόλις  φύγουν  άπό  τό  Μοναστήρι  καί  πάνε  σπίτι,  γυρίζουν  πάλι  στό  δικό  τους  καί αρχίζουν  τά  ίδια.  Καί  οί  γυναίκες  καί  οί  άνδρες  νά  πάνε  στόν  πνευματικό  τους.  Δέν  είναι σωστό  νά  λένε  τά  θέματα  τους  στήν  καλόγρια.  Γιατί  μετά  λένε:  τά  είπα- είμαι  εντάξει, αναπαύουν ψεύτικα τόν λογισμό τους καί δέν πάνε στον  πνευματικό. Αυτό είναι τέχνασμα του διαβόλου, γιά νά μήν εξομολογούνται.Πρέπει  νά  καταλάβετε  ποιά  είναι  ή  αποστολή  σας  ώς  μοναχές  καί  νά  μήν  πάτε  νά κάνετε  δήθεν  ιεραποστολή,  επειδή  δέν  έχετε  καταλάβει  τήν  καλογερική  αποστολή.  Ώς μοναχοί  έχουμε  υποχρέωση  νά  κάνουμε  προσευχή  γιά  τά  προβλήματα  των  άλλων  δέν είμαστε όμως υποχρεωμένοι νά ασχοληθούμε μέ τά προβλήματα τους. Ό πνευματικός έχει
υποχρέωση νά τό κάνη αυτό, έχει καί ευθύνη. Άν συζητούν μ’ εσάς, φορτώνουν σ’ εσάς τήν ευθύνη. Εκείνος μπορεί νά τούς παρακολουθή άπό κοντά καί νά δίνη λύση στά προβλήματα τους. Χρειάζεται δηλαδή δουλειά. Αυτή ή δουλειά δέν είναι τών μοναχών. Από μας μόνον προσευχή  νά  ζητάνε.  Ας  στέλνουν  κανένα  γράμμα  μέ  ονόματα,  νά  κάνουμε  κανένα κομποσχοίνι.

=============================================

Με την εξομολόγηση ο άνθρωπος λυτρώνεται.

 

– Γέροντα,  στα  πρώτα  χρόνια  του  Χριστιανισμού  οί Χριστιανοί  έκαναν  δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;
– Άλλα τά πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δέν βοηθάει.
– Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;
– Και  πιο  πολύ  ζήλο  είχαν  και  δέν  είχαν  αυτά  πού  έχουν σήμερα  οί  άνθρωποι.  Τώρα, βλέπεις, τά ανδρόγυνα χωρίζουν στά καλά καθούμενα, δέν είναι όπως παλιά. Έχουν άπομακρυνθή οί άνθρωποι άπό τό μυστήριο τής έξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται άπό τούς λογισμούς και τά πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν νά τούς βοηθήσω σέ κάποιο  πρόβλημα  τους,  και  ούτε  εξομολογούνται  ούτε  εκκλησιάζονται!  Εκκλησιάζεσαι
καθόλου;, τούς ρωτάω. Όχι, μου λένε. Εξομολογήθηκες καμμιά φορά;. Όχι. Ήρθα νά μέ κάνης καλά. Μά πώς; Πρέπει νά μετανοήσης γιά τά σφάλματα σου, νά έξομολογήσαι, νά  εκκλησιάζεσαι,  νά  κοινωνάς,  όταν  έχης  ευλογία  άπό  τον  πνευματικό  σου,  και  εγώ  θά
κάνω  προσευχή  νά  γίνης  καλά.  Ξεχνάς  ότι  υπάρχει  και  άλλη  ζωή  και  πρέπει  νά ετοιμασθούμε γιά ‘κει;. Κοίταξε, πάτερ, αυτά πού λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., έμενα δεν  με  απασχολούν.  Αυτά  είναι  παραμύθια.  Έχω  πάει  σέ  μάγους,  σε  μέντιουμ  και  δεν μπόρεσαν νά μέ κάνουν καλά. Έμαθα ότι έσύ μπορείς νά μέ κάνης καλά. Άντε τώρα! Τους μιλάς γιά εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε αυτά είναι παραμύθια, και
από  τήν  άλλη  μεριά:  Βοήθησε  με,  παίρνω  χάπια.  Έμ  πώς,  μέ  μαγικό  τρόπο  θά  γίνουν καλά;
Και  βλέπεις,  πολλοί,  ενώ  έχουν  προβλήματα  πού  τά  προκάλεσαν  οί  αμαρτίες  τους, δέν πηγαίνουν στον πνευματικό πού μπορεί νά τούς βοηθήση θετικά, αλλά καταλήγουν νά εξομολογούνται  στους  ψυχολόγους.  Λένε  τό  ιστορικό  τους,  τούς  συμβουλεύονται  γιά  τά προβλήματα  τους  καί,  άν  έχουν  νά  περάσουν  ένα  ποτάμι,  τούς  ρίχνουν  μέσα  καί  ή πνίγονται  ή  βγαίνουν,  άλλά  πού  βγαίνουν…  Ένώ,  άν  πάνε  νά  εξομολογηθούν  στον πνευματικό, θά περάσουν στήν άλλη όχθη από τήν γέφυρα άνετα, γιατί μέ τό μυστήριο της έξομολογήσεως ενεργεί ή Χάρις τού Θεού καί λυτρώνονται.
– Γέροντα, μερικοί λένε: Δέν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δέν πάμε να
εξομολογηθούμε.
– Αυτά  είναι  δικαιολογίες.  Κάθε  πνευματικός  έχει  θεία  εξουσία,  εφόσον  φοράει πετραχήλι. Τελεί τό μυστήριο, έχει τήν θεία Χάρη καί, όταν διάβαση τήν συγχωρητική ευχή, ό Θεός σβήνει όλες τις  αμαρτίες  τις  όποιες εξομολογηθήκαμε μέ  ειλικρινή  μετάνοια. Άπό μας εξαρτάται πόσο θά βοηθηθούμε άπό τό μυστήριο της έξομολογήσεως. Ήρθε εκεί στο Καλύβι μιά φορά κάποιος πού είχε ψυχολογικά προβλήματα, μέ τον  λογισμό ότι έχω διορατικό  χάρισμα  καί  θά μπορούσα νά  τον βοηθήσω. Τί προβλέπεις,  μού  λέει,  γιά  μένα; Νά βρής, τού λέω, έναν πνευματικό νά έξομολογήσαι, γιά νά κοιμάσαι σάν τό πουλάκι καί
νά  μήν  παίρνης  χάπια. Δέν  υπάρχουν,  μού  λέει,  σήμερα  καλοί  πνευματικοί.  Παλιά υπήρχαν. Έρχονται μέ καλό λογισμό, ότι θά βοηθηθούν, άλλα δέν δέχονται αυτό πού τούς λες, και κρίμα στά ναύλα. Βλέπω  όμως  και  μιά  καινούργια  τέχνη  του διαβόλου.  Βάζει  στους  ανθρώπους  τόν λογισμό ότι, άν κάνουν κάποιο τάμα και τό εκπληρώσουν, άν πάνε καί κανένα προσκύνημα, είναι  εντάξει  πνευματικά.  Και  βλέπεις πολλούς νά  πηγαίνουν  μέ λαμπάδες καί  μέ τάματα στά  μοναστήρια,  στά  προσκυνήματα,  νά  τά  κρεμάνε  εκεί,  νά  κάνουν  καί  μεγάλους σταυρούς,  νά κλαίνε  καί  λιγάκι,  καί  νά  αρκούνται  σ’  αυτά.  Δέν  μετανοούν,  δέν έξομολογούνται, δέν διορθώνονται, καί χαίρεται τό ταγκαλάκι.
– Γέροντα, ένας άνθρωπος πού δέν εξομολογείται μπορεί νά είναι εσωτερικά αναπαυμένος;
– Πώς νά είναι αναπαυμένος; Γιά νά νιώση κανείς ανάπαυση, πρέπει νά πετάξη τά μπάζα άπό μέσα του. Αυτό θά γίνη μέ την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ό άνθρωπος τήν καρδιά του στον  πνευματικό  καί  λέγοντας  τά σφάλματα  του,  ταπεινώνεται,  καί  έτσι  ανοίγει  τήν πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια ή Χάρις του Θεού καί ελευθερώνεται. Πριν  άπό  τήν  εξομολόγηση  στήν  κορυφή  του  υπάρχει  ομίχλη,  βλέπει  θαμπά  καί δικαιολογεί τά σφάλματα του. Γιατί, όταν  ό  νους του είναι σκοτισμένος άπό τις αμαρτίες, δέν  βλέπει  καθαρά.  Μέ  τήν  εξομολόγηση  κάνει  μιά  φούουου,  φεύγει  ή  ομίχλη  καί καθαρίζει  ό  ορίζοντας.  Γι’  αυτό,  όσους  έρχονται  νά  συζητήσουμε  ένα  θέμα  ή  νά  μου ζητήσουν  μιά  συμβουλή  κ.λπ.,  άν  δέν  έχουν  έξομολογηθή  ποτέ,  τούς  στέλνω  πρώτα  νά εξομολογηθούν καί μετά νά έρθουν νά μιλήσουμε. Μερικοί μου λένε: Γέροντα, αφού εσύ μπορείς  νά καταλάβης τί  πρέπει  νά κάνω γι’  αυτό  τό  θέμα,  πές  μου.  Καί  νά καταλάβω έγώ τί  πρέπει  νά  κάνης,  τούς  λέω,  δέν  θά καταλάβης εσύ  τί θά σου πώ.  Γι’  αυτό  πήγαινε πρώτα νά έξομολογηθής και ύστερα έλα νά συζητηθούμε. Γιατί, πως νά  επικοινωνήσης καί νά συνεννοηθής μέ έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σέ άλλη συχνότητα; Μέ  τήν  εξομολόγηση  πετάει  ό  άνθρωπος  άπό  μέσα  του  ό,τι  άχρηστο  έχει  καί καρποφορεί πνευματικά. Μιά μέρα έσκαβα τον κήπο μου, γιά νά φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη  τήν  ώρα  ήρθε  κάποιος  καί  μου  λέει:  Τί  κάνεις,  Γέροντα;.  Τί  νά  κάνω;  του  λέω, εξομολογώ  τον  κήπο  μου.  Καλά,  Γέροντα,  μου  λέει,  χρειάζεται  καί  ό  κήπος εξομολόγηση;. Ασφαλώς χρειάζεται.  Έχω διαπιστώσει  πώς,  όταν  τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή  έξω πέτρες,  αγριάδες,  αγκάθια  κ.λπ.,  τότε  βγάζει  επίσημα  κηπευτικά,  αλλιώς  οί ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!…

===========================================

 

Advertisements