ΑΠΟ ΚΟΝΙΤΣΑ…ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ

10959492_1588449504702535_2656826765386772825_n 7618a-konitsa_stomio_12

Οἱ οἰκουμενιστές ἐκμεταλλεύονται κάθε εὐκαιρία γιά νά συμπροσευχηθοῦν μέ ὅλο τό φάσμα τῶν αἱρετικῶν καί κακοδόξων, ἀλλά καί τῶν ἀλλοθρήσκων. Αὐτό ὅμως γιά κάθε ὀρθόδοξο εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, διότι ἡ συμπροσευχή προϋποθέτει τήν κοινή πίστη καί τήν λειτουργική κοινωνία. Ἕνας Ὀρθόδοξος δέν μπορεῖ παρά νά συμπροσεύχεται μόνον μέ Ὀρθοδόξους. Ἀνέκαθεν αὐτή ἦταν ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας καί αὐτό τό ἐκφράζουν ἐξ ἀρχῆς οἱ 45ος καί 65ος Ἀποστολικοί Κανόνες. Ἀναφέρονται μάλιστα καί οἱ κυρώσεις ὅσων ἐνεργοῦν ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού διδάσκει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Ἐπειδή ὁρισμένοι ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ κανόνες πού ἀπαγορεύουν, ἀλλά καί καταδικάζουν, τήν συμπροσευχή, ἐννοοῦν μόνο τήν τέλεση τῆς λατρείας μέ τούς αἱρετικούς, δηλαδή τό «συλλείτουργο», ἐπιβάλλεται νά τονισθεῖ (καί αὐτό τό βλέπουμε στήν ἴδια τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας), ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες καταδικάζουν καί αὐτή τήν λεγομένη «ἁπλῆ συμπροσευχή». Ἡ συμπροσευχή δέν ἐπιτρέπεται οὔτε «κατ᾽ οἰκονομίαν» ἀπό τούς ὑψηλά ἱσταμένους στήν Ἐκκλησία, διότι αὐτό, ἐκτός τῶν ἄλλων, δημιουργεῖ (κακῶς βεβαίως) προηγούμενο καί οἱ οἰκουμενιστές τό προβάλλουν ὡς πράξη πού δύναται κατ᾽ αὐτούς νά ἐπαναλαμβάνεται, ἐνῶ ἐπί τῆς οὐσίας εἶναι παράδειγμα πρός ἀποφυγήν. Ἡ προσευχή εἶναι πράξη Ἱερά καί Ἁγία πού ἀπευθύνεται στόν Τριαδικό Θεό καί δέν ἐπιτρέπεται ὁ πιστός νά ἔρχεται διά τῆς συμπροσευχῆς σέ κοινωνία μέ τήν αἵρεση, πού βλασφημεῖ τόν Χριστό καί πολεμᾶ τήν Ἐκκλησία Του. Ἀλλά, αὐτή ἡ εὐλογημένη ἀπαγόρευση βοηθᾶ καί τόν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας νά ἐννοήσει ὅτι εὑρίσκεται στήν πλάνη καί στήν αἵρεση καί κυρίως ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά ἐπιστρέψει στήν Ἐκκλησία, πού φυσικά εἶναι μία καί ὄχι πολλές. Ἀλλά καί στό θέμα αὐτό μᾶς καθοδηγοῦν οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι: α) Οὐδείς Ἅγιος εἶχε καί ἔχει συμπροσευχές μέ αἱρετικούς. β) Οἱ φωτισμένοι καί θεούμενοι εἶναι αὐτοί πού μᾶς καθοδηγοῦν στό «τί εἶναι καί πῶς πρέπει νά γίνεται ἡ προσευχή»! Οἱ οἰκουμενιστές, μέ τίς συμπροσευχές τους, τό μόνο πού ἀποδεικνύουν εἶναι ὅτι οὐδεμία σχέση ἔχουν μέ τούς Ἁγίους καί ὅτι, παρά τίς «ἀγαπολογίες» καί «προσευχοβατολογίες», οὐδεμία γνώση ἔχουν περί τῆς αὐθεντικῆς, σώζουσας καί ἁγίας προσευχῆς πού στήν κάθε γενεά παραδίδουν οἱ Ἅγιοι. Ἑπομένως, ἤ ὁ πιστός (κληρικός, μοναχός, λαϊκός) γνωρίζει τί ἐστί προσευχή καί ἐφαρμόζει τούς Ἱερούς Κανόνες κάνοντας ὑπακοή στούς Ἁγίους, ἤ συμμετέχει στά «συμπροσευχητικά θέατρα» καί στά «φαιδρά συλλείτουργα» καί ἀποδεικνύεται παντελῶς ἄσχετος, τό ὀλιγώτερον, μέ τό πνεῦμα καί τό βίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅσοι διδάσκουν τά ἀντίθετα, ἄς μᾶς φέρουν ἔστω καί ἕναν Ἅγιο πού τά ἐδίδασκε καί ἔκανε συμπροσευχές μέ αἱρετικούς, ἤ ἄς μᾶς δείξουν ἕναν αἱρετικό ὁ ὁποῖος, μέσῳ τῶν «συμπροσευχῶν», νά ἔχει ἐπιστρέψει στήν Ὀρθοδοξία. ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ

Advertisements