ΚΟΝΙΤΣΑ…Η ΞΕΝΙΤΕΙΆ, ΤΑ ΧΆΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΆ ΤΟΥΣ ΤΡΑΓΟΎΔΙΑ!

Από τα αρχαία χρόνια είναι γνωστό, ότι ο Έλληνας ταξιδεύει αναγκαστικά. Η Ελλάδα μας είναι αριστούργημα ομορφιάς, είναι έδρα δόξας, είναι χώρα φωτός, είναι λίκνο πολιτισμού, αλλά είναι άγονη και φτωχή. Ο Θεός δεν τα δίνει όλα μαζί. Πέρασαν δυόμιση χιλιάδες χρόνια από τότε που ο πατέρας της παγκόσμιας ιστορίας ο Ηρόδοτος έγραψε: «Τη Ελλάδι πενίη σύντροφος».

Δυστυχώς, αυτή η αλήθεια εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Η πατρίδα μας γεννάει τα παιδιά της, αλλά δεν μπορεί να τα κρατήσει στην αγκαλιά της. Οι σκληρότατες βιωτικές συνθήκες και ειδικότερα επί τουρκοκρατίας, ανάγκαζαν και αναγκάζουν τα Ελληνόπουλα να αφήνουν την αγκαλιά της μάνας, τη στοργή της αδελφής και την τρυφερότητα της αρραβωνιαστικιάς και να πηγαίνουν σε χώρες μακρυνές για καλύτερη τύχη. Τι καϋμός!.. Αυτόν τον καϋμό τραγούδησε σε μελαγχολικό τόνο η λαϊκή μας μούσα με αληθινό σπαραγμό, με εικόνες σπαρταριστές, με εξάρσεις πραγματικά αριστουργηματικές. 
Ας αναφέρουμε εδώ μερικά:
«Την ξενιτειά, την ορφάνια,
την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσερα τα ζύγισαν,
βαρύτερα είν’ τα ξένα».
Και άλλο πολύ διαδομένο και πολύ αξιομνημόνευτο.
«Ξενητεμένο μου πουλί
και παραπονεμένο
Η ξενητειά σε χαίρεται
κι εγώ ‘χω τον καϋμό σου».
Αλλά και ο ξενητεμένος Έλληνας, εκεί στα ξένα που εργάζεται σκληρά, νοσταλγεί την αγαπημένη του πατρίδα, νοσταλγεί τους δικούς του, νοσταλγεί τον κήπο του με τα φτωχά προϊόντα του και καμιά απόλαυση δεν βάζει μπροστά τους. «Καπνόν αναθρώσκοντα», επιθυμούσε να ιδεί από τον τόπο του ο πολύπαθος Οδυσσέας.
Να είχα νερό απ’ τον τόπο μου
και μήλο απ’ τη μηλιά μου,
σταφύλι, ροδοστάφυλο,
απ’ την κληματαριά μου.
Τα βλαστάρια της Ελληνικής Γης, όταν η φτώχεια τα ανάγκαζε να πάνε μακρυά συνέτασσαν τρόπον τινά ένα συμβόλαιο μέσα στα εσωτερικώτερα φυλλοκάρδια τους, που το υπέγραφαν με τα δάκρυα των ματιών τους και με το αίμα της καρδιάς τους, ότι ποτέ δεν θα λησμονήσουν την γλυκειά Μάνα!
Ένα σημαντικό κεφάλαιο στην Ιστορία της Ξενιτειάς κατά τους 4 τελευταίους αιώνες, είναι οι χερσαίες μεταφορές. Τα περισσότερα δρομολόγια τότε, έπρεπε να διασχίσουν απ’ άκρη σ’ άκρη, τη δύσβατη οροσειρά της Πίνδου, με τις πανύψηλες και χιονοσκέπαστες κορφές της και να αγκαλιάσουν χώρες και λαούς, φυλές και εθνότητες. Τα καραβάνια είχαν προορισμό τη μετακίνηση ανθρώπων και μεταφορά εμπορευμάτων από έναν τόπο στον άλλον (καραβάνι: λέξη αραβική κερβάν και κατόπιν καραβάν, έχει καθιέρωσει διεθνώς την ονομασία του ομίλου από δέκα και πλέον ζώα).
Έμποροι από τα Ζαγόρια, τη Μοσχόπολη, το Συρράκο, την Κορυτσά, το Μέτσοβο, φθάνουν μέχρι τη Βιέννη, τη Βουδαπέστη, τη Σμύρνη, τη Ρώμη, το Βουκουρέστι κ.λπ. Σημαντικό ρόλο στη διεκπεραίωση των οικονομικών αυτών δραστηριοτήτων, παίζουν τα καραβάνια, που διέσχιζαν τις Βαλκανικές χώρες και την Κεντρική Ευρώπη, βαδίζοντας στα ίχνη της Εγνατίας Οδού. Συνήθως οι οργανωτές των καραβανιών ήταν Ηπειρώτες. Ο επικεφαλής του καραβανιού ονομαζόταν κιρατζής (= Αγωγιάτης) ή κιράμπασης, δηλαδή αρχιαγωγιάτης ή αρχικαρβανάρης.Ο αρχικιρατζής μίσθωνε υπαλλήλους με μηνιαίο μισθό για να περιποιούνται τα ζωά, να τα χτενίζουν και να τα καθαρίζουν με το ξυστρί (όργανο ξέσεως του τριχώματος), να τα σαμαρώνουν και να τα ξεσαμαρώνουν και να τα φορτώνουν στην καθορισμένη ώρα και τόπο για αναχώρηση.
Ο κιρατζής έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και εμπιστοσύνης στην τότε κοινωνία και τον εμπορικό κόσμο. Αγωγιάτες, εκτός από Έλληνες, υπήρξαν και πολλοί Αρβανίτες και Βλάχοι, και ήταν όλοι τους τολμηροί και γενναίοι. Πολλές φορές για να εξασφαλίσουν την ανενόχλητη εκτέλεση των δρομολογίων, έπιαναν φιλίες με ληστρικές συμμορίες και συνδέονταν με ισχυρούς τοπάρχες της περιοχής. Τους δωροδοκούσαν με τσαρούχια για τα παιδιά των Δερβεναγάδων, που είχαν στον έλεγχο τα δερβένια, δηλ. τους δημόσιους δρόμους. Στους μπέηδες και αγάδες έφερναν καφέ και εκλεκτό καπνό.
Στα μακρινά και επικίνδυνα αυτά ταξίδια, μόλις το ήμισυ περίπου των ζώων έφθανε στον τελικό σταθμό. Αιτία, η κοπιώδης πορεία στα πανύψηλα βουνά με δύσβατα μονοπάτια και ορμητικά ποτάμια, στα θολά νερά των οποίων πνίγονταν ζώα και άνθρωποι. Οι Αγωγιάτες είχαν πλήρη την αίσθηση του προσανατολισμού και έκαναν απόλυτη και ακριβή πρόγνωση του καιρού. Για τον προσδιορισμό της ώρας (καθώς δεν υπήρχαν ωρολόγια) που έπρεπε να εκτελέσουν την αποστολή τους είχαν τα άστρα. Ο πιο γνωστός και φημισμένος Ηπειρώτης αρχιαγωγιάτης ήταν ο Ρόβας με καταγωγή από τα Γιάννινα. Το δρομολόγιό του ήταν Ήπειρο-Βλαχιά και ταξίδευε μία φορά στο χρόνο, σπάνια δύο ή τρεις. Ο θρυλικός Ρόβας ξεκινούσε από την Δοβρά (Ασπραγγέλους) του Ζαγορίου με εκατό μουλάρια, σελωμένα και καλιγωμένα. Για να φθάσει στο «Μπουκουρέτσι (Βουκουρέστι) έκανε σαράντα μέρες, όπως λέει και το τραγούδι:
«Ο Ρόβας εξεκίνησε
μες στη Βλαχιά να πάει.
Σαράντα μέρες έκαμε,
σαράντα μερονύχτια,
Ως που να φτάσει στη Βλαχιά,
στο έρμο Μπουκουρέτσι.
Την ώρα που ξεπέζεψε
όλοι τον ερωτούσαν;
Ρόβα μου, τι μας έφερες
από τα μαύρα Γιάννενα;
– Σας έφερα εκατό παιδιά,
όλα Γιαννιοτοπαίδια.
Τα τρία τα καλύτερα,
της ομορφιάς στολίδια.
Τό’να το λεν Αυγερινό,
τ’ άλλο το λεν Φεγγάρι,
Το τρίτο το καλύτερο
το λεν Μαίσιον Ήλιον».
Το καραβάνι ξεκινούσε συνήθως του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) και έφθανε στο Βουκουρέστι του Αγίου Δημητρίου, 26 Οκτωβρίου. Αναφέρεται ότι ο πιο διάσημος αγωγιάτης της εποχής ήταν ο Κόλιας Μποντούλης. Ο Θωμάς Τσέπας έκανε δρομολόγιο Δελβινάκι – Δέλβινο – Άγιοι Σαράντα. Τα Γιάννινα, με τη μεγάλη πνευματική ακμή και την εμπορική ζωτικότητα, ήταν η αφετηρία των μεγάλων οδικών αρτηριών που ακολουθούσαν τα καραβάνια. Ο Λόρδος Βύρων για να επισκεφθεί τον Αλή Πασά στο ανάκτορό του στο Τεπελένι, περνούσε από τη Ζίτσα, Κασιδιάρη, Χάνι Δελβινακίου και από εκεί Χάνι κάμπου Ξηρόβαλτου, μέσω της στενωπού Σκίπι, Επισκοπή, Κάμπο Δερόπολης και κατέληγε στο Τεπελένι.
Κατά μήκος των δρόμων που περνούσαν τα καραβάνια και σε απόσταση από μία ώς δύο ώρες, σε θέσεις κεντρικές, συνήθως σε σταυροδρόμια με βαθύσκια δέντρα και τρεχούμενα νερά, υπήρχαν λιθόκτιστα πανδοχεία, τα περίφημα χάνια που η αρχή και η ιστορία τους χάνεται στο Βυζάντιο. Τα χάνια του Πωγωνίου που αναφέρονται σε βιβλία και σε διάφορους χάρτες είναι: τα χάνια Ξηρόβαλτου, Γκουβέρι, Αρίνιστας (σήμερα Κτίσματα), Δελβινακίου, Κακαβιάς και Ζαραβίνας.
Στα χάνια αυτά διανυκτέρευαν οι άνθρωποι και τα ζώα. Οι χαντζήδες έδιναν στέγη και τροφή σε χαμηλή τιμή στα καραβάνια και στους ξενιτεμένους. Τα χάνια αυτά λειτουργούσαν και ως γραφεία κίνησης και εύρεσης εργασίας, ακόμη και ως πρακτορεία.
Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τον ψυχικό πόνο μιας μάνας που ξεκινούσε το γιο της να φύγει με το καραβάνι κάποιου Κιρατζή. Ο Κιρατζής, φυσικά, μετά από κάποιο διάστημα θα ξαναγυρνούσε στον τόπο του. Ο γιος της, όμως, θα έμενε στα μακρινά τα ξένα για να «καζαντίσει».
Ο ψυχικός πόνος της μάνας ακούγεται και σήμερα στο πολυφωνικό τραγούδι που επαναλαμβάνεται σε τοπικές εκδηλώσεις:
Άργησε φούρνε να καείς
και συ ψωμί να γίνεις
Για να περάσει ο Κιρατζής
και ο γιος μου να απομείνει!
Από τον ξενητεμό και την εγκατάσταση πολλών Ελλήνων σε ορισμένα κέντρα του εξωτερικού«γεννήθηκε» η ευποιΐα, η ευεργεσία. Πολλοί από αυτούς έγιναν μεγάλοι Εθνικοί Ευεργέτες. Με την εξαιρετική δραστηριότητά τους και τιμιότητά τους κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μεγάλες περιουσίες. Όμως, στην ψυχή τους κυριαρχούσε η αγάπη της πατρικής γης. Και την αγάπη αυτή την εκδήλωσαν έμπρακτα.
Τα σημαντικότερα κέντρα ήταν η Ρουμανία (Μολδαβία, Βλαχία και Τρανσυλβανία), η Αίγυπτος, η Κωνσταντινούπολη (η Πόλη) και αργότερα η Αμερική.
Οι περισσότεροι και μεγαλύτεροι Εθνικοί Ευεργέτες είναι Ηπειρώτες. Είχαν ενστερνιθεί τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου που αναφέρεται στην επιστολή του «Προς Ρωμαίους» Κεφ. ΙΓ’, 10. «Της δε ευποιΐας και κοινωνίας μη επιλανθάνεσθε· τοιαύτας γαρ θυσίας ευαρεστείται ο Θεός» (Μη λησμονήτε την αγαθοεργία και μεταδοτικότητα (σ’ αυτούς που στερούνται), διότι σε τέτοιες θυσίες ευαρεστείται ο Θεός).
Αλλά τέτοια διδάγματα βρίσκουν εύφορο έδαφος για να ευδοκιμήσουν στις ψυχές ανθρώπων που κυριαρχεί η αρετή. Στην «Ελληνική Νομαρχία», ο Ανώνυμος Έλλην γράφει: «Ω αρετή, ω θείον και ιερόν δώρον… Συ λατρεύεσαι από τους Ευεργέτας του γένους. Αυτοί σε τιμούσι με τα καθημερινά δώρα, οπού προσφέρουσιν εις τους Έλληνας, και εγώ τους το κοινοποιώ διά δόξαν μας…».
Η προσοχή των ευεργετών εστράφηκε κυρίως στην παιδεία, την ανέγερση νοσοκομείων και κοινωφελών ιδρυμάτων, αλλά και ναών.
Το πνεύμα από το οποίο διαπνέονταν οι μεγάλοι Ηπειρώτες Εθνικοί Ευεργέτες το πληροφορούμαστε από επιστολή του Κωνσταντίνου Ζάππα που έστειλε από το Βρεσθένι της Βλαχίας την 26-1-1882 προς τον πρόεδρο του «εν Αθήναις προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων Συλλόγου», ρίχνει την ιδέα και προτρέπει στη συγγραφή βιβλίου διδακτικού για τις ανώτερες τάξεις των Ελληνικών Σχολείων, Παρθεναγωγείων και Γυμνασίων, αναφερομένου στην αθανασία της ψυχής και αποβλέποντος «εις την τελείαν ηθικοποίησιν της νεολαίας». «Περί της αθανασίας της ψυχής, γράφει, του μεγίστου τούτου δώρου δι’ ου επροίκισεν ο Θεός τον άνθρωπον και τον κατέστησεν ανώτερον και κύριον των λοιπών, δυνάμενον δι’ αυτού να προοδεύη, να αναπτύσσεται καθ’ εκάστην τελειοποιούμενος και να παράγη έργα κινούντα τον θαυμασμόν…». Και συνέχιζε, αναφερόμενος πάντοτε στο περιεχόμενο του συγγράμματος:«Ποίαν ιδέαν είχον οι πρόγονοι και οι πατέρες ημών περί της αθανασίας της ψυχής, οίτινες εκ ταύτης μόνης της πεποιθήσεως εμεγαλούργησαν και εδόξασαν δόξαν ευγενή εαυτούς και την πατρίδα…». Και τέλος «ποία και πόσα κακά δύνανται να προέλθωσιν εις τα έθνη και τας κοινωνίας εκ των αρνητικών ιδεών της υπάρξεως του Θεού και της αθανασίας της ψυχής, αίτινες παραλύουσι πάντα κοινωνικόν δεσμόν, αποστερούσι την καρδίαν παντός φίλτρου προς την πατρίδα, τους γονείς, την οικογένειαν, παντός αισθήματος υψηλού, της φιλίας, της τιμής και του καθήκοντος».
Έχοντας κανείς υπόψη του τα παραπάνω θα επιβεβαιώσει αυτό που ειπώθηκε: «Κάποιοι έμποροι διώχτηκαν κάποτε από τον Οίκον του Κυρίου, γιατί τον είχαν μετατρέψει σε οίκον εμπορίου. Οι Ηπειρώτες έμποροι της σκλαβιάς μεταστοιχείωσαν το χρυσάφι σε λόγον Θεού».

  Γράφει ο Αθανάσιος Δέμος
Advertisements