ΚΟΝΙΤΣΑ…Εκατό Τρία Χρόνια η Κόνιτσα ελεύθερη (1913-2016)

 Εκατό Τρία Χρόνια  η Κόνιτσα ελεύθερη (1913-2016)

Εορτασμός για  την Απελευθέρωση της Κόνιτσας
από τους Οθωμανούς

Η Κόνιτσα στο ελληνικό κράτος: πραγματικότητες και συμβολισμοί.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι, που ξέσπασαν τον Οκτώβριο του 1912, σηματοδοτούν για το ελληνικό κράτος μία επίπονη και επίμονη προσπάθεια εδαφικής ολοκλήρωσης. Η εικόνα του Ηπειρωτικού μετώπου, από τον Νοέμβριο του 1912 έως τα τέλη του Φεβρουαρίου 1913, αντικατοπτρίζει αυτήν ακριβώς την πολυεπίπεδη διαδρομή. Άλλωστε, η απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε ένα συλλογικό επίτευγμα του Ελληνικού στρατού και υπογράμμισε, στο πεδίο της μάχης, την λήξη του αγώνα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκτός, όμως, των ανωτέρω, ιδιαιτέρως για την εποχή μας, το εν λόγω γεγονός δεν έχει μόνον ιστορικό χαρακτήρα αλλά και συμβολισμούς, με τα μηνύματα της επίτευξης των στόχων που το συνοδεύουν.

Εν προκειμένω, η ένταξη της Κόνιτσας στην Ελλάδα, στις 24 Φεβρουαρίου, είναι, εν πολλοίς, αποτέλεσμα των πολεμικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα στην ευρύτερη περιοχή το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου του 1913. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η έκβαση του απελευθερωτικού αγώνα, δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα κάποιων επιτυχημένων ενεργειών, συντονισμένων ή μεμονωμένων ή ακόμη και συγκυριών. Ειδικότερα, προς αυτήν την κατεύθυνση, τονίζεται η συμβολή του Μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα Βλάχου στην εκκόλαψη αντάρτικων ομάδων κατά των Οθωμανών από το 1908. Ομοίως, σταδιακά από τα τέλη του 1911, αντάρτικα σώματα εμφανίστηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Κόνιτσας, όπως στην Βούρμπιανη, την Οξυά ή την Φούρκα. Ακολούθως, ήδη, από τον χειμώνα του 1912 σημειώθηκαν επαναστατικές ενέργειες στα χωριά της λάκκας του Αώου.

Στον επιχειρησιακό τομέα, η αντιμετώπιση του μετώπου της Κόνιτσας είχε ανατεθεί σε απόσπασμα της V Μεραρχίας (αναπτυγμένη στη Φλώρινα, Έδεσσα, Καστοριά και Κοζάνη), αποτελούμενο από τα Ι και ΙΙ τάγματα του 22ου Συντάγματος Πεζικού. Αυτά, στις αρχές Φεβρουαρίου ευρίσκονταν στο Επταχώρι, ενώ στις 7 του ιδίου μηνός κατευθύνθηκαν προς την Φούρκα. Την επομένη ημέρα, στις 8 Φεβρουαρίου, τα δύο τάγματα κατευθύνθηκαν προς την Μόλιστα, την οποία και κατέλαβαν, καθώς σημειώθηκε σχετική κίνηση Οθωμανικών δυνάμεων. Ωστόσο, στις 10 Φεβρουαρίου, οι Οθωμανοί επιτέθηκαν εκ νέου στην Μόλιστα ανεπιτυχώς και τελικώς στις 14 Φεβρουαρίου 3 φάλαγγες κινήθηκαν κατά των ελληνικών τμημάτων στην ίδια περιοχή. Στην μάχη που ακολούθησε, στις 15 Φεβρουαρίου, οι Οθωμανικές δυνάμεις αποκρούσθηκαν με αρκετές απώλειες.

Η είδηση της πτώσης των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου και της νίκης του Ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι είχε ως άμεσο αποτέλεσμα, την ίδια ημέρα, την αποχώρηση των Οθωμανών από την Κόνιτσα και ειδικότερα του διοικητή της περιοχής Τζαβήτ πασά. Βεβαίως, συνακόλουθα, λαμβάνεται υπόψη και η εντολή, στις 22 Φεβρουαρίου, του Πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου να παραμείνουν στην περιοχή δύο μεραρχίες ώστε να ολοκληρώσουν το έργο της εκκαθάρισης. Πάντως, στις 23 Φεβρουαρίου, ο Οθωμανικός στρατός, ο οποίος ευρισκόταν στην περιοχή Κόνιτσα – Λεσκοβίκι – Μεσογέφυρα είχε ήδη συμπτυχθεί προς την Πρεμετή. Ως εκ τούτου, το απόσπασμα της V Μεραρχίας έδωσε την εντολή αφενός στο τάγμα που ήταν στη Μόλιστα να καταλάβει την Κόνιτσα και αφετέρου στο τάγμα που ήταν στη Φούρκα να κινηθεί προς τη Μόλιστα. Ωσαύτως, στη διλοχία του 23ου Συντάγματος, η οποία ήταν στο Κάντσικο, να κατευθυνθεί προς την Στράτσιανη και την Καστάνιανη. Άλλωστε, το σχετικό απόσπασμα του τηλεγραφήματος του Γενικού Επιτελείου της 24ης Φεβρουαρίου αποτυπώνει τα δεδομένα: «…αριθμός τις φυγάδων ασυντάκτων κατόρθωσε να διαφύγει προς Βορράν. Η ΙΙΙ Μεραρχία να εξακολουθήσει την προς Μεσογέφυρα πορείαν της, να καταλάβη δε τη συμπράξει του αποσπάσματος της V Μεραρχίας και την Κόνιτσαν…».

Εν κατακλείδι, ο Ελληνικός στρατός, με επικεφαλή τον λοχαγό Α. Παπανικολάου, εισήλθε στην πόλη της Κόνιτσας στις 24 Φεβρουαρίου και έτυχε, ως φυσιολογικό, εξαιρετικά θερμής υποδοχής. Μάλιστα, ο Μητροπολίτης Σπυρίδων αντάλλαξε προσφωνήσεις με τον Έλληνα αξιωματικό και ακολούθησε ο αφοπλισμός των κατοίκων της περιοχής, αφού προηγουμένως περισυλλέγησαν οι εναπομείναντες αιχμάλωτοι Οθωμανοί. Μάλιστα, σε σχετικό στρατιωτικό ημερολόγιο αναφέρεται χαρακτηριστικά για εκείνες τις στιγμές: «…άμα τη καταλήψει της πόλεως αμέσως περισυνελέγησαν οι διαμείναντες αιχμάλωτοι Τούρκοι περί τους 80 και διετάχθη η φρούρησις των τουρκικών οικιών, ίνα μη συμβώσιν έκτροπα… Ακολούθως διετάχθη ο αφοπλισμός των κατοίκων και συνεστήθη πολιτοφυλακή εξ εντόπιων ανδρών…».

ΜΕΣΟΓΕΦΥΡΑ 1913

ΜΕΣΟΓΕΦΥΡΑ ΚΟΝΙΤΣΑΣ, ΧΩΡΙΚΟΙ, 1913

—————————————————————————

Μετά τη Συνθήκη του Λονδίνου, μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των Συμμαχικών δυνάμεων (Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο), οι Βούλγαροι πίστεψαν ότι ήλθε η ώρα να ξεκαθαρίσουν τις μεταξύ των βαλκανικών κρατών διαφορές για τη διανομή των οθωμανικών εδαφών, καθώς απέβλεπαν στην επέκταση της Βουλγαρίας σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία.

Η Σερβία και η Βουλγαρία είχαν συνάψει συμφωνία διανομής, αλλά η ίδρυση (από Ιταλία και Αγγλία) της Αλβανίας απέτρεψε τα σχέδια της Σερβίας για διέξοδο στην Αδριατική με συνέπεια να μην αναγνωρίζει πια τη συμφωνία αυτή, ενώ η Βουλγαρία επέμενε να πάρει όλα τα συμφωνηθέντα εδάφη.
Με την Ελλάδα δεν υπήρχε καμία συμφωνία διανομής. Οι Σέρβοι αναγνώριζαν τα δικαιώματα της Ελλάδας επί των εδαφών που κατείχε ο Ελληνικός Στρατός. Η Βουλγαρία όμως επεδίωκε να διώξει την Ελλάδα από τα εδάφη αυτά και να ιδρύσει τη Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, του 1878. Έτσι πήρε την απόφασή της. Θα αναλάμβανε αιφνιδιαστικά ταυτόχρονη επίθεση κατά του Σερβικού και Ελληνικού Στρατού.
Η απροειδοποίητη επίθεση του Βουλγαρικού Στρατού, χωρίς να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου σημειώθηκε τη νύχτα της 16-17 Ιουνίου οπότε κατελήφθη η Γευγελή, αποκόπτοντας την επικοινωνία μεταξύ Ελληνικού και Σερβικού Στρατού με συνέπεια να ξεκινήσει ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος.
Οι Βούλγαροι στρατηγοί, μάλιστα, φαίνονταν σίγουροι για τη νίκη τους, γεγονός που έκανε τον Βούλγαρο Στρατηγό Σαρόφ να κομπάζει: «Η Θεσσαλονίκη θα καταληφθεί σε 9 ώρες και το Βελιγράδι σε 5 ημέρες. Οι Έλληνες έχουν ένα στρατό πλασιέ και εμπόρων και οι Σέρβοι ηττήθηκαν κατά κράτος το 1885».
Τη νύχτα 16-17 Ιουνίου 1913, η 2η Βουλγαρική Στρατιά επιτέθηκε αρχικά κατά των ελληνικών προφυλακών στο Παγγαίο. Στις 17 Ιουνίου οι επιθέσεις επεκτάθηκαν προς Νιγρίτα και δυτικά της λίμνης Αρτζάνι. Τη νύχτα 17-18 Ιουνίου η βουλγαρική δύναμη (1.250 ανδρών) που διέμενε στη Θεσσαλονίκη ως φιλοξενούμενη αιχμαλωτίσθηκε κατόπιν μάχης. Στις 18 Ιουνίου έφθασε στη Θεσσαλονίκη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με τον επιτελή του Ιωάννη Μεταξά και ανέλαβε τη διοίκηση των Ελληνικών Δυνάμεων.
Στο νέο αυτό πόλεμο έμπαινε ο Ελληνικός Στρατός με ακμαιότατες ηθικές δυνάμεις, φλεγόμενος από την επιθυμία να τιμωρήσει τους Βουλγάρους, για την προκλητικότητα και δολιότητά τους.
Ο Στρατηγός Ιβάνωφ, αφού απώθησε τις ελληνικές προφυλακές, σχεδίαζε να αναλάβει στις 19 Ιουνίου γενική επίθεση προς τη Θεσσαλονίκη. Τον πρόλαβε όμως η επιθετική εξόρμηση ολόκληρου του ελληνικού το βράδυ της 19ης Ιουνίου και τον καθήλωσε σε άμυνα.
Οι δυνάμεις του Ιβάνωφ ανέρχονταν σε 59 τάγματα πεζικού, 124 πυροβόλα και 7 ίλες ιππικού. Τα ισχυρότερα κέντρα αμύνης του ήταν το Κιλκίς και ο Λαχανάς. Στο Κιλκίς διέθεσε 8 τάγματα, στον δε Λαχανά και εκατέρωθεν του Στρυμονικού 20 τάγματα. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του κατανεμήθηκαν βορείως της λίμνης Αρτζάν, στις Σέρρες και από το Παγγαίο μέχρι την Ελευθερούπολη. Ειδικά στο μέτωπο Παγγαίου – Ελευθερούπολης διέθεσε 12 τάγματα τα οποία αχρηστεύθηκαν, γιατί τα καθήλωσε να φυλάγουν τις ακτές, προς απόκρουση ενδεχόμενης απόβασης από τη θάλασσα.
Το πρωί της 19ης Ιουνίου οι 2η, 4η, 5η και 3η Μεραρχίες ξεκίνησαν από τη γραμμή Λητή – Μονόλοφος – Νέα Φιλαδέλφεια – Αγιονέρι με συγκλίνουσες κατευθύνσεις προς Κιλκίς. Οι 6η και 1η από Άσσηρο και Προφήτη προς Λαχανά. Στο δεξιό πλευρό η 7η Μεραρχία από Αρέθουσα προς Νιγρίτα και στο αριστερό η 10η Μεραρχία από γέφυρα Γουμένιτσας επί του Αξιού προς λίμνη Αρτζάν.
Άρχιζε η μάχη Κιλκίς – Λαχανά με σύγχρονη επίθεση ολόκληρου του Ελληνικού Στρατού. Γενικά μάχη επί μετώπου 80 χιλιομέτρων με 8 Μεραρχίες, συμπαρατεταγμένες, με κύρια ενέργεια προς Κιλκίς, διά τεσσάρων (4) Μεραρχιών. Στις 8 το πρωί άρχισε η επαφή με τις βουλγαρικές προφυλακές. Στις 10:00 η μάχη είχε αναπτυχθεί. Οι 4 Μεραρχίες προς Κιλκίς είχαν εμπλακεί σε σφοδρότατο αγώνα προ της προωθημένης αμυντικής τοποθεσίας των Βουλγάρων επί της γραμμής Πέρινθος – Μαυρονέρι – Νέο Γυναικόκαστρο. Η επίθεση διεξήγετο κάτω από πυκνότατο πυρ του Βουλγαρικού Πυροβολικού και πεζικού και μέσα στις πυρκαγιές των σπαρτών που άναψαν από τις εκρήξεις των βουλγαρικών οβίδων. Δεξιά προς Λαχανά η 1η και 6η Μεραρχίες πλησίασαν τις βουλγαρικές θέσεις μετά το μεσημέρι και στις 3 το απόγευμα άρχισαν την επίθεσή τους.
Μέχρι το βράδυ η προωθημένη τοποθεσία του Κιλκίς είχε πέσει κατόπιν φονικού αγώνα και οι Βούλγαροι οπισθοχωρούσαν προς την κύρια τοποθεσία αντιστάσεώς τους γύρω από την πόλη του Κιλκίς. Στον Λαχανά επίσης αποσύρονταν στην κύρια τοποθεσία τους Προφήτης Ηλίας – Παλιόκαστρο. Στο δεξιό πλευρό η 7η Μεραρχία είχε ανατρέψει τη βουλγαρική αντίσταση στο στενωπό Σκεπαστού και στο αριστερό η 10η ανέτρεψε τους Βουλγάρους προς Αρτζάν. Μεταξύ Κιλκίς και Αρτζάν η Ταξιαρχία Ιππικού επιτηρούσε το κενό.
Την επόμενη η μάχη ξανάρχισε. Όλη την ημέρα οι Μεραρχίες ενεπλάκησαν σε σκληρότατους αγώνες για να πλησιάσουν σε αποστάσεις εφόδου κατά της κύριας βουλγαρικής τοποθεσίας. Τα πυρά των Βουλγάρων όμως ήταν φονικότατα και το έδαφος τόσο ακάλυπτο, ώστε οι ελληνικές δυνάμεις καθηλώθηκαν.
Η κρίση της μάχης επήλθε την επομένη, 21η Ιουνίου, με σειρά ορμητικών εφόδων διά της λόγχης. Η τοποθεσία του Κιλκίς έπεσε στις 11 το πρωί, του δε Λαχανά στις 4 το απόγευμα. Η 2α Βουλγαρική Στρατιά διασπάσθηκε και ένα μέρος της δυνάμεώς της τράπηκε προς Δοϊράνη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της διέφυγε πανικόβλητο προς Σέρρες. Η τριήμερη μάχη του Κιλκίς – Λαχανά στοίχισε στον Ελληνικό Στρατό 8.700 νεκρούς και τραυματίες. Πολύ βαρύ το τίμημα. Έκρινε όμως ολόκληρη την πορεία του πολέμου. Οι Βούλγαροι τρόμαξαν, αιφνιδιάσθηκαν με την καθολική ήττα τους σε όλη την έκταση του πεδίου της μάχης, δεν κατόρθωσαν να συνέλθουν, το ηθικό τους κατέπεσε και υποχώρησαν βαθιά προς τα στενά της Κρέσνας.
Οι μεγάλες απώλειες που υπέστη ο Ελληνικός Στρατός, οφείλονταν στην επικρατούσα αντίληψη ότι το πεζικό ήταν ικανό να πετύχει μόνο του, χωρίς ισχυρή προστασία του Πυροβολικού.
Στις περισσότερες φάσεις του αγώνα στο Κιλκίς το πεζικό επετίθετο ανεξάρτητα από την κάλυψη των θέσεων από το πυροβολικό.
Αποτέλεσμα ήταν οι απώλειες που υπήρξαν να είναι φοβερές. Παρ’ όλες όμως τις απώλειες, το πεζικό προχωρούσε σ’ αυτό το ακάλυπτο έδαφος που δεν παρείχε ούτε ένα μέτρο απυρόβλητο.
Προχωρούσε ατρόμητο με όλους τους αξιωματικούς στην πρώτη γραμμή, έφθανε στην απόσταση εφόδου και ορμούσε με τη λόγχη, ως κύμα ακατάσχετο, σημειώνοντας τη σημαντικότερη νίκη της λόγχης επί των συνεχών πυρών.
.
Ο 12χρονος που έγινε υπαξιωματικός

Ένα από τα σημαντικά… παραλειπόμενα της Μάχης Κιλκίς – Λαχανά είναι ότι σε αυτή διακρίθηκε για τον ηρωισμό του και πήρε το βαθμό ο νεότερος υπαξιωματικός στην ιστορία των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ο Γεράσιμος Ραυτόπουλος.
Ο ανήλικος που αν και το μπόι του δεν ξεπερνούσε τα 140-150 εκατοστά, εντούτοις διέθετε τόσο θάρρος και τσαγανό που εξέπληξε τους πάντες.
Ο Γεράσιμος Ραυτόπουλος γεννήθηκε το 1900 στο Φισκάρδο της Κεφαλονιάς. Την περίοδο δηλαδή που η Ελλάδα προσπαθούσε να βρει την ταυτότητά της. Προσπαθούσε να ορθοποδήσει οικονομικά, προσπαθούσε να συνέλθει από το ηχηρό χαστούκι του «ατυχούς πολέμου» του 1897 και την ταπεινωτική ήττα από το στρατό του Σουλτάνου.
Στα 12 του ο Ραυτόπουλος έφυγε από το νησί του για να καταταγεί εθελοντικά στο πεζικό. Ήδη έχει ξεσπάσει ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος κατά των Οθωμανών και η χώρα έχει ανάγκη από στρατιώτες.
Έφτασε στον Πειραιά και πήγε αμέσως στο στρατολογικό γραφείο. Εκεί, οι στρατολόγοι στην αρχή ίσως να γέλασαν ειρωνικά. «Επ, μικρέ, τι κάνεις εσύ εδώ;» του είπαν και πρόσθεσαν:
«Πήγαινε στο σπίτι σου, ο πόλεμος είναι για άνδρες. Έχεις χρόνια ακόμη».
Ο Γεράσιμος όμως δεν πτοήθηκε. Βγήκε από το κτίριο και πήγε αμέσως στο σταθμό των τρένων, που γεμάτα φαντάρους και εφόδια έφευγαν για το μέτωπο.
Το μικρό του κορμί τον βοήθησε να μη γίνει αντιληπτός από τους φρουρούς και σε μια στιγμή χαλαρότητάς τους, ο μικρός πέρασε κάτω από τα μάτια τους και μπήκε σε ένα βαγόνι γεμάτο στρατιώτες.
Προορισμός του, η Λάρισα και το 18ο Σύνταγμα της 6ης Μεραρχίας. Μόλις παρουσιάστηκε στο διοικητή, εκείνος γέλασε αλλά τελικά τον πήρε ως «παιδί του Συντάγματος». Ο ρόλος του θα ήταν διακοσμητικός, κάτι σαν τη μασκότ του Συντάγματος.
Όμως ο μικρός είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του. Το βάπτισμα του πυρός το πήρε στη μάχη της Ελασσόνας.
Όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό με αυτόν το 12χρονο σατανά που πολέμησε λυσσασμένα και συμπεριφερόταν στη μάχη σαν έμπειρος στρατιώτης. Και όχι μόνο αυτό, έγινε μάλιστα και κάτοχος ενός λαφύρου.
Ενός όπλου τύπου «Μαρτίνι» που απέσπασε από κάποιον Τούρκο.
Επόμενη μάχη το Σαραντάπορο.
Ο Γεράσιμος Ραυτόπουλος πολέμησε με περισσότερη λύσσα και ορμή ώστε ο διοικητής του, μπροστά σε αυτό το μικρό γίγαντα, έμεινε άφωνος. Του έδωσε μάλιστα να έχει ένα Manlicher-Schonauer.
Στη μάχη Κιλκίς – Λαχανά το 1913, η τύχη δεν γύρισε την πλάτη στον 12χρονο παρότι συνελήφθη αιχμάλωτος από Βούλγαρους. Ένα βράδυ ο μικρός τα παίζει όλα για όλα. Με κάποιο μαγικό τρόπο κατάφερε να σκοτώσει 3 Βούλγαρους από το απόσπασμα των 5 που συνόδευε τους Έλληνες αιχμαλώτους και τον ίδιο και δραπέτευσε.
Όπως όμως επέστρεφε στο στρατόπεδο των Ελλήνων άκουσε πνιχτές κραυγές μέσα σε ένα όρυγμα.
Ένας Έλληνας εύζωνας, βαριά τραυματισμένος αργοπέθαινε. Ο Ραυτόπουλος δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Πήρε τον εύζωνα στην πλάτη και τον γύρισε στο στρατόπεδο.
Είναι χαρακτηριστικά τα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής.
Η «Εστία», έγραφε: «Σας παρουσιάζομεν σήμερον τον μικρότερον υπαξιωματικόν του Ελληνικού Στρατού.
Είναι ηλικίας 12-13 ετών και κατάγεται από το Φισκάρδον της Κεφαλληνίας.


Το όνομα του ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ (αριστερά στην εικόνα).

Ο πατέρας του αρτοποιός εις την Ύδραν, η μητέρα του μένει εις τον Πειραιάν και αυτός ήτο υπηρέτης εις Πύλον όπου τον εύρεν η επιστράτευσις.
Το πολεμικόν μένος που είχε καταλάβει όλον τον κόσμο, ηλέκτρισε και τον μικρόν υπηρέτην, ο οποίος εζήτησεν αμέσως όσα χρήματα είχε να λαμβάνει από τον πάτρωνά του και την επομένη απεβιβάζετο εις Αθήνας, παρουσιασθείς εις το Στρατολογικόν γραφείον όπως καταταχθή εθελοντική.
Η ηλικία του δεν εβοήθησε την αποδοχήν της αιτήσεώς του και ο μικρός έφυγε από το γραφείον λυπημένος αλλ’ όχι και απηλπισμένος.
Μίαν πρωίαν διαφυγών την προσοχήν των φρουρών, εσκαρφάλωσεν εις τον μεταξύ των δύο βαγονίων χώρον και μαζή με τον στρατόν έφθασεν εις την Λάρισσαν, όπου επί τέλους μετά την τόσην του επιμονήν εγένετο δεκτός εις το 18ον σύνταγμα της 6ης μεραρχίας ως “παιδί του συντάγματος”.
Εις την μάχην της Ελασσώνος έγεινε κάτοχος Τουρκικού λαφύρου, όπλου Μαρτίνι, με το οποίον έλαβε το βάπτισμα του Πυρός. Η ανδρεία του εξετιμήθη από όλους και εις την μάχην του Σαρανταπόρου του εδόθη εις ένδειξιν αναγνωρίσεως της ικανότητός του, Μάλινχερ.
Εις την πεισματώδη μάχην του Κιλκίς ευρέθη μεταξύ πέντε Βουλγάρων αιχμάλωτος, αλλά καθ’ ην στιγμήν οι Βούλγαροι ησχολούντο να εύρουν κανένα σχοινί διά να τον δέσουν, αυτός αρπάζει το Μάλινχερ και ρίπτει νεκρούς τους τρεις, ενώ οι δύο άλλοι εσώζοντο διά της φυγής.
Κατ’ αυτόν τον τρόπον, ο μικρός στρατιώτης έσωσε και έναν τραυματίαν εύζωνον, όστις θα περιήρχετο εις χείρας των δημίων.
Το γεγονός τούτο της ανδραγαθίας του λιλιπουτείου υποδεκανέως επιστοποιήθη και επισήμως, μεθ’ ο και ο διοικητής του τον προήγαγε εις δεκανέα».
Δυστυχώς όμως τα ίχνη του μικρού δεκανέα χάθηκαν καθώς μετά κανένα αρχείο, καμία αναφορά δεν έχει υπάρξει στο πρόσωπό του…

12 ετών “πήγε πόλεμο”, για την Πατρίδα!

 

12 ετών έκανε πράγματα που, ούτε καν τα φανταζόμαστε.

 

12 ετών μας δείχνει ότι η δύναμη της ελληνικής ψυχής, είναι αδάμαστη.

10352764_1437261499864589_8166220539703170792_n c5702-aaaaaaaaaa 298fb-fghjkl

Advertisements